Η Ευγενία Φακίνου μας μιλά…

kidlab.gr_000164

ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ

Και ήρθε λοιπόν να μας δει μια Κυρία. Η κ.Ευγενία Φακίνου, δημιουργός της Ντενεκεδούπολης, συγγραφέας του Ελληνικού Πανοράματος και πολλών πολλών βιβλίων. Με την απαλή, σχεδόν βελούδινη φωνή της, μας ξενάγησε στον δικό της παιδικό και ενήλικο κόσμο, μίλησε για γονείς, παιδιά, παραμύθια και με την ευγένια που την χαρακτηρίζει, μας επέτρεψε να δούμε μια χαραμάδα της ψυχής της. Την ευχαριστούμε πολύ.

-κ.Φακίνου, περισσότερα από 30 χρόνια Ντενεκεδούπολης. Πώς γεννήθηκε η ιδέα της Ντενεκεδούπολης και τί συναισθήματα σας γεννά τόσα χρόνια μετά;

Η Ντενεκεδούπολη ήταν αποτέλεσμα και καρπός των χρόνων της μεταπολίτευσης. Θυμάμαι πως τη μέρα που έπεσε η δικτατορία ο γιος μου με ρώτησε “Γιατί γελάμε, μαμά;” και έτσι σκέφτηκα πως έπρεπε να βρω έναν τρόπο να του απαντήσω και στην πορεία γεννήθηκε η Ντενεκεδούπολη. Βέβαια είχε υπάρξει έρευνα και κόπος, είχα πάει στο Βελιγράδι, έμαθα κουκλοθέατρο και στην επιστροφή ανακάλυψα πως δεν με ικανοποιούσε το είδος που απαιτούσε μεγάλη εξειδίκευση και πολλές ώρες δουλειάς μέχρι να φτιαχτεί το κεφάλι μόνο μιας κούκλας. Εγώ ήθελα ένα λαϊκό κουκλοθέατρο που να μη στοιχίζει τίποτα. Έτσι σιγά σιγά  δημιουργήθηκε η Ντενεκεδούπολη, που θα έλεγα ότι τα θέματά της είναι και σήμερα επίκαιρα όπως η καταπίεση των μεγάλων στους μικρούς ή η μετανάστευση. Ακόμα διαχρονικά είναι η αγάπη για τη γνώση, η αλληλεγγύη, η αλληλοβοήθεια. Αποτελούν θέματα που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν πάλι.

-Γιατί σταματήσατε να γράφετε για παιδιά;

Δεν σταμάτησα το 1981 με το κλείσιμο της Ντενεκεδούπολης. Για άλλα εννιά χρόνια έγραφα για παιδιά ενώ το 1996 έβγαλα το Ελληνικό Πανόραμα. ‘Ένα βιβλίο που το θεωρώ εξαιρετικά χρήσιμο, μια και είναι οι πολλές όψεις της Ελλάδας, γιατί δεν μιλάει μόνο για μνημεία και φυσικές ομορφιές… έχει πολλά, ήθη και έθιμα ακόμα και στολές. Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια άλλαζε η δική μου διάθεση και δεν γράφω πια για παιδιά.

-Όταν ήσασταν μικρή ποιο ήταν το αγαπημένο σας παραμύθι;

Τα παιδιά της δικής μου οικονομικής και κοινωνικής τάξης δεν είχαν παραμύθια. Ενοοώ ως βιβλία. Μεγάλωσα λοιπόν χωρίς παραμύθια. Το 1950 ήμουν 5 χρονών, τότε κανονικά θα έπρεπε να διαβάζω παραμύθια. Για να καταλάβεις πως ήταν τα πράγματα, στην Κυψέλη δεν υπήρχε καν βιβλιοπωλείο. ‘Ο, τι αγοράζαμε ήταν από το περίπτερο. Η μητέρα μου που αντιλήφθηκε πως το διάβασμα μου άρεσε πολύ μου αγόρασε πρώτα τα Άγουρα Χρόνιατου Κρόνιν, τη Ρεβέκκα, το Χιτώνα, με τελευταίο και αποκαλυπτικό θα έλεγα την Ηθική του Σπινόζα. Στα 14 μου πίστευε πως η Ηθική ήταν ό,τι έπρεπε για ένα κορίτσι. Το έχω ακόμη το βιβλίο και στα πλαϊνά του υπάρχουν σημειώσεις στην προσπάθεια να κατανοήσω το κείμενο που σίγουρα δεν ήταν για την ηλικία μου. Αργότερα στο γυμνάσιο είχαμε βιβλιοθήκη και μια εξαιρετική φιλόλογο που μας έκανε να διαβάσουμε και να αγαπήσουμε τους Έλληνες πεζογράφους και ποιητές.

-Πολλοί γονείς αναρωτιούνται, κυρίως όταν το παιδί τους ξεκινάει το σχολείο, τι βιβλία να του αγοράσουν. Έχετε κάτι να τους συστήσετε, κάποιο τρόπο επιλογής;

Πρώτα πρώτα πρέπει να ξέρουν τι παιδί έχουν. Αν έχουν ένα ευαίσθητο παιδί και του πάρουν ένα τρομακτικό παραμύθι, αν και όλοι λίγο πολύ ξέρουμε τι ξορκίζουμε με τους κακούς και τους δράκους, ίσως με τη φαντασία του υπερβάλει παραπάνω από όσο αντέχει. ‘Άλλα πάλι παιδιά δεν θέλουν να διαβάσουν παραμύθια “παραμυθένια” και προτιμούν βιβλία γνώσεων. Δηλαδή το τι θα πάρει κάθε γονιός στο παιδί του εξαρτάται αρχικά από το ίδιο το παιδί. Σε κάποια αρέσουν τα διαστημικά, σε κάποια όσα έχουν δράση, σε κάποια πάλι τίποτα από τα δυο. Εξαρτάται…

-Τι θα συμβουλεύατε έναν γονιό, να διαβάζει με το παιδί του ή να το αφήνει να ανακαλύπτει μόνο του τον κόσμο των βιβλίων;

Εξαρτάται από την ηλικία. Όταν ένα παιδάκι δεν μπορεί να διαβάσει, το διαβάζει ο γονιός. Είναι κάτι πολύ ωραίο, γιατί υπάρχει μοίρασμα. Μπορούν να σχολιάσουν κιόλας. Όταν αρχίσει να διαβάζει εξαρτάται πάλι απο το αν έχει κάποια δυσκολία στην ανάγνωση. Έχω παρατηρήσει απ’ τα δικά μου τα παιδιά αλλά και από άλλα, πως όταν το παιδί ξέρει να διαβάζει, προτιμά να το κάνει μόνο του, γιατί το διάβασμα είναι απόλαυση.

-Και κάτι μοναχικό, έτσι δεν είναι;

Κατ’εξοχήν, αλλά και πολύ δημιουργικό ταυτόχρονα.

-Η εμπειρία σας όσον αφορά τους αναγνώστες παιδιά είναι πολύ μεγάλη. Ποιά είναι η γνώμη σας, σήμερα τα παιδιά διαβάζουν ή  ανατρέχουν σε πιο εύκολες λύσεις όπως η τηλεόραση ή οι υπολογιστές;

Όχι, αυτό είναι κάτι εύκολο να το λέμε. Εγώ πιστεύω ότι και διαβάζουν και με τους υπολογιστές ασχολούνται και τηλεόραση βλέπουν. Αυτό που λείπει στα περισσότερα παιδιά είναι το ομαδικό παιχνίδι έξω, επειδή έχουν αλλάξει πολύ οι συνθήκες ζωής. Αυτό είναι πολύ βασικό και τρέμω για τα παιδιά που μεγαλώνουν στα διαμερίσματα χωρίς να επικοινωνούν με άλλα παιδιά εκτός από τα αδελφάκια τους. Εκεί θα πρέπει να προσέξουν πολύ οι γονείς. Δηλαδή, εντάξει, ελέγχουμε να μη δουν πολλή τηλεόραση, να μη κάθονται ώρες στον υπολογιστή και αργότερα πουμπαίνουν στον υπολογιστή. Τους δίνουμε βιβλία και ανάλογα με τη διάθεση άλλα διαβάζουν λιγότερο και άλλα περισσότερο. Πρέπει όμως οι γονείς να ενθαρρύνουν τις συναντήσεις με άλλα παιδιά, οι μοναχικοί μεγάλοι υπήρξαν μοναχικά παιδιά.

Ποιοί είναι πιο απαιτητικοί αναγνώστες; Οι μεγάλοι ή τα παιδιά;

Να σου πω. Όταν γράφει κανείς για παιδιά οφείλει να ξέρει σε ποιά ηλικία απευθύνεται και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ένα παιδί. Επομένως ο συγγραφέας πρέπει να ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Στους ενήλικές τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πρόκειται για διαμορφωμένους χαρακτήρες και τελικά κανείς δεν πρόκειται να πάθει τίποτα. Εκεί πάλι, δεν έχουμε τον αναγνώστη μπροστά στα μάτια μας, είμαστε εμείς και το κείμενο που μας ταλανίζει και δεν θα λυτρωθούμε από αυτό αν δεν ασχοληθούμε μαζί του. Ποιός είναι λοιπόν ο ιδανικός αναγνώστης; Δεν τον ξέρουμε.

-Θέλετε να μας πείτε μερικούς συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας που αγαπάτε;

Τώρα με πιάνεις ολίγον αδιάβαστη. Με την έννοια οτι έχω σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια να διαβάζω τους νέους. Είμαι αλλού. ‘Έως το ‘85 διάβαζα και είναι κρίμα να αναφέρω μόνο τους συγγραφείς εκείνης της εποχής. Ωστόσο η επιλογή είναι πάντα προσωπική. Δεν λέω, για παράδειγμα, ότι θα πρέπει να διαβάζουν Ιούλιο Βέρν. Δεν είναι απαραίτητο να τους αρέσει, ή να διαβάζουν Ντίκενς και να τρομάζουν. Εμένα ας πούμε μία από τις αδυναμίες μου είναι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Τον διαβάζω ακόμη και τώρα. Έχω ένα ράφι πού το λέω SOS και όταν με πιάνει η κατάθλιψή μου, υπάρχουν εκεί μερικά βιβλία που τα διαβάζω. Θεωρώ τα Ψηλά Βουνά αξεπέραστο βιβλίο, ωστόσο δεν ξέρω αν λέει κάτι στα σημερινά παιδιά.

- Τελικά τι πιστεύετε, η δημοσιότητα ωφελεί ή βλάπτει τον συγγραφέα;

Α, θα σου πω κάτι τώρα. Αυτές τις μέρες αισθάνομαι πάρα πολύ κουρασμένη. Δηλαδή εγώ δεν έχω μάθει σε τέτοια έκθεση. Έγινε η γιορτή για την Ντενεκεδούπολη, τη χάρηκα πολύ, ακολούθησαν συνεντεύξεις, στη βδομάδα πάνω από σύμπτωση πέφτει το βραβείο αναγνωστών, που φέρνει επίσης τα ίδια πράγματα. Νιώθω λοιπόν εξαντλημένη. Θέλω σιωπή. Να μη μιλάω. Να τελειώσω πια με αυτά. Και είναι για ευχάριστα πράγματα και ευγνωμονώ τους ανθρώπους που θέλουν μια συζήτηση ή μια συνέντευξη. Μου έπεσε όμως πολύ. Πιστεύω ότι για άλλη μια φορά, η δημοσιότητα έχει να κάνει με το χαρακτήρα, με τον άνθρωπο. Σε κάποιους αρέσει πολύ, πάρα πολύ.

-Τα βιβλία σας έχουν διαβαστεί από χιλιάδες ανθρώπους. Σας δημιουργεί αυτό ένα είδος ευθύνης, λειτουργεί ίσως κάπως καταπιεστικά;

Καθόλου πιεστικά. Εγώ αυτά δεν τα σκέφτομαι. Το λέω συνέχεια, το γράψιμο είναι κάτι αριστοκρατικό με την έννοια πως πρέπει να μην πονάς και να μην πεινάς. Και βέβαια απολύτως εγωιστικό. Την ώρα που γράφεις δε σκέφτεσαι τον αναγνώστη. Τον αναγνώστη θα τον σκεφτείς όταν το βιβλίο τελειώσει. Πρώτα γράφεις για να αρέσεις σε εσένα. Όταν πια φτάσει στα βιβλιοπωλεία φυσικά έχεις μεγάλη αγωνία. Από τη στιγμή που το παραδίδεις, ξεκινάει η έννοια της αποδοχής. Ας μην κρυβόμαστε, θες το “μπράβο” για αυτό που τόσο κόπιασες.

-Σας ευχαριστώ πολύ

Να είστε καλά.