Μαθησιακές δυσκολίες: Εξελίξεις και προοπτικές της έρευνας Μια συνέντευξη της Maggie Snowling

snowling

 

στη Μαρία Αποστόλου, Ειδική Παιδαγωγό

Η Maggie Snowling είναι καθηγήτρια ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου York στη Μ. Βρετανία. Έχει ασχοληθεί εκτεταμένα- τόσο ερευνητικά όσο και κλινικά με τις μαθησιακές δυσκολίες και κυρίως με τη μελέτη των αναγνωστικών δυσκολιών των παιδιών. Για την έρευνά της έχει τιμηθεί από το Βρετανικό Σύνδεσμο για τη Δυσλεξία, τη Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία και το Διεθνή Οργανισμό για τη Δυσλεξία.

Πολύ ευγενικά, δέχτηκε να απαντήσει  σε μια σειρά ερωτήσεων γύρω από τη σύγχρονη έρευνα στον τομέα της δυσλεξίας.

Τι σας οδήγησε στο να εξειδικευτείτε  στις μαθησιακές δυσκολίες;

Αυτό συνέβη γιατί υπάρχει ιστορικό δυσλεξίας στο οικογενειακό μου περιβάλλον.

Πώς θα περιγράφατε τα τρέχοντα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα;

Η έρευνά μου επικεντρώνεται στην αλληλεπίδραση μεταξύ των προφορικών και γραπτών γλωσσικών δεξιοτήτων, με ιδιαίτερη έμφαση στις αναπτυξιακές διαταραχές της ανάγνωσης και του λόγου. Η έρευνά μου στοχεύει  στην ανάπτυξη αιτιωδών θεωριών των διαταραχών της παιδικής ηλικίας μέσω εμπειρικής έρευνας, χρησιμοποιώντας ποικίλες μεθόδους, όπως διατμηματικές (cross-sectional), διαχρονικές μεθόδους και μεθόδους παρέμβασης. Ένας από τους κύριους στόχους αυτής της δουλειάς είναι να αναπτύξει μεθόδους παρέμβασης, οι οποίες στηρίζονται στη θεωρία,  να βελτιώσει τις μαθησιακές δυσκολίες των παιδιών και να προλάβει τις χαμηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις και τα προβλήματα κοινωνικής προσαρμογής. Η κλινική μου δουλειά συνδυάζει τα ευρήματα της έρευνας και της πρακτικής.

Ποια είναι τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της σύγχρονης έρευνας στον τομέα της δυσλεξίας;

Οι σπουδαιότερες εξελίξεις είναι η εξεύρεση πιθανών γονιδίων, η χαρτογράφηση των νευρωνικών δικτύων που συνδέονται με τη δυσλεξία και η εμφάνιση αλλαγής σε αυτά, ως αποτέλεσμα της παρέμβασης.

Ποια είναι η σχέση μεταξύ των πρώιμων φωνολογικών ελλείψεων και των διαταραχών στην ομιλία με τη δυσλεξία;

Τα παιδιά με διαταραχές στην ομιλία – παραδόξως – παρουσιάζουν χαμηλό κίνδυνο για εμφάνιση δυσλεξίας. Η δυσλεξία φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με δυσκολίες στο λόγο και όχι με διαταραχές στην ομιλία.

Ποια μέθοδος παρέμβασης θεωρείται ότι είναι πιο αποτελεσματική για την ανάγνωση;

Τα τελευταία 20 χρόνια εμφανίστηκαν δύο σημαντικά ρεύματα στη διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής σε παιδιά με δυσκολίες. Το πρώτο είναι το Reading Recovery, που συνδέεται με τη Marie Clay στη Νέα Ζηλανδία και το δεύτερο είναι η εκπαίδευση στη φωνολογική ενημερότητα. Η μέθοδος αυτή αναπτύχθηκε και ερευνήθηκε από την Isabelle Liberman στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Lynette Bradley και τον Peter Bryant στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Ingvar Lundberg στη Σουηδία. Αυτές οι προσεγγίσεις αποδείχτηκαν επιτυχημένες σε παιδιά με αναγνωστικές δυσκολίες και τα βασικά χαρακτηριστικά τους απαντώνται και στις σύγχρονες μεθόδους παρέμβασης. Σε μία κλασσική μελέτη στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Hatcher, Hulme & Ellis (1994) σύγκριναν τρεις μεθόδους παρέμβασης για εφτάχρονα παιδιά με αναγνωστικές δυσκολίες: Φωνολογική Καλλιέργεια (ΦΚ), Διδασκαλία Ανάγνωσης (ΔΑ) και συνδυασμό των δύο μεθόδων (ΦΚ+ΔΑ). Όλες οι παρεμβάσεις έγιναν από εκπαιδευμένους δασκάλους. Η πιο αποτελεσματική παρέμβαση ήταν η τρίτη, η οποία συνδύαζε την καλλιέργεια της φωνολογικής ενημερότητας και τη γνώση των γραμμάτων. Επιπλέον, η μεταγνωστική δουλειά έκανε εμφανή τη σύνδεση αυτών των δεξιοτήτων στο πλαίσιο της γραφής. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συνεδρίες περιλάμβαναν ανάγνωση από προσεκτικά επιλεγμένα βιβλία, ανάλογα με το επίπεδο δυσκολίας του κάθε παιδιού. Αυτή η ερευνητική δουλειά αποτέλεσε τη βάση για μια σειρά μελετών παρέμβασης από τη δική μας ομάδα στο Πανεπιστήμιο του York. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδa http://www.york.ac.uk/res/crl/index1.html

Ποιοι ερευνητικοί τομείς θεωρείτε ότι έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το μέλλον;

Στους τομείς αυτούς θα περιλάμβανα την αυξανόμενη κατανόηση του γενετικού υπόβαθρου της δυσλεξίας και πώς αυτό επηρεάζει την ανάπτυξη των νευρωνικών δικτύων που συνδέονται με την ανάγνωση. Με τη σειρά του, αυτό θα πρέπει να οδηγήσει στην καλύτερη κατανόηση των παρεμβάσεων. Σκοπεύουμε να μελετήσουμε αυτά τα θέματα σε μια νέα διαχρονική μελέτη, η οποία χρηματοδοτείται από το Welcome Trust.

Για πολλά χρόνια, η έρευνα στη δυσλεξία προχωρούσε ξεχωριστά από την έρευνα πάνω στις γλωσσικές δυσκολίες των παιδιών. Ομοίως, δεν έχει δοθεί έμφαση στις κλινικές συνδέσεις μεταξύ αυτών των δύο σχετικά κοινών αναπτυξιακών διαταραχών. Παρ’ όλα αυτά, είναι κοινώς αποδεκτό ότι παιδιά τα οποία στο προνήπιο έχουν προβλήματα ομιλίας ή γλωσσικές δυσκολίες, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν αναγνωστικές δυσκολίες.

Οι στόχοι της μελέτης μας είναι:

Να αποσαφηνιστεί η σχέση μεταξύ των προφορικών και των γραπτών γλωσσικών δυσκολιών.

Να ερευνηθεί η γνωστική πλευρά των αναγνωστικών δυσκολιών των παιδιών και να εξεταστούν περιβαλλοντικοί παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν την ανάγνωση.

Να χρησιμοποιηθεί αυτή η βελτιωμένη γνώση στο σχεδιασμό και την αξιολόγηση ενός προγράμματος εκπαιδευτικής παρέμβασης στις γλωσσικές και γραμματικές δεξιότητες.

Η μελέτη θα ανιχνεύσει την ανάπτυξη από τα 3 ως τα 7 χρόνια παιδιών από οικογένεια με ιστορικό δυσλεξίας, παιδιών με Ειδική Γλωσσική Διαταραχή και μιας ομάδας ελέγχου παιδιών ίδιας ηλικίας. Το πρόγραμμα αυτό στοχεύει να απαντήσει σε μια σειρά βασικών ερωτημάτων για τη φύση και την αλληλοεπικάλυψη μεταξύ δυσλεξίας και Ειδικής Γλωσσικής Διαταραχής:

Πόσο επίμονες είναι οι γλωσσικές αδυναμίες σε παιδιά με Ειδική Γλωσσική Διαταραχή;

Πόσο συχνές είναι οι αναγνωστικές δυσκολίες σε παιδιά τα οποία είχαν διάγνωση Ειδικής Γλωσσικής Διαταραχής κατά την προσχολική ηλικία; Πώς αυτές οι αναγνωστικές δυσκολίες συνδέονται με τις γλωσσικές ικανότητες των παιδιών;

Σε ποια αναλογία παιδιά που προέρχονται από οικογένεια με ιστορικό δυσλεξίας αναπτύσσουν διαταραχή της ανάγνωσης; Μπορούμε να εντοπίσουμε αυτά τα παιδιά με γλωσσικές και γνωστικές μετρήσεις πριν ξεκινήσει η διδασκαλία της ανάγνωσης;

Μήπως κάποια από τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες με ιστορικό δυσλεξίας μοιάζουν με κάποια από τα παιδιά με Ειδική Γλωσσική Διαταραχή;

Οι ήπιες δυσκολίες στην ακουστική επεξεργασία και στην αντίληψη της ομιλίας μπορούν να οδηγήσουν σε φωνολογικές δυσλειτουργίες, οι οποίες θεωρούνται παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση δυσκολιών στην ανάγνωση;

Αυτά τα φωνολογικά προβλήματα επηρεάζουν άλλες περιοχές του λόγου (π.χ. λεξιλογική, μορφολογική και συντακτική ανάπτυξη) και επομένως και την ανάγνωση;

Είναι δυνατόν μία παρέμβαση που στηρίζεται στη θεωρία να βελτιώσει τις αναγνωστικές δεξιότητες μιας ομάδας παιδιών με αναγνωστικές δυσκολίες στην ηλικία των 6 ετών;

Σε ποιο βαθμό η ανταπόκριση στην παρέμβαση συνδέεται με τη σοβαρότητα  των γνωστικών και γλωσσικών ελλείψεων;

Θα μπορούσατε να μας δώσετε περισσότερες πληροφορίες για τον πληθυσμό που θα μελετηθεί;

Σχεδιάζουμε να συμπεριλάβουμε στην έρευνα παιδιά 3 ετών, τα οποία θεωρείται ότι βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν δυσκολίες στην ανάγνωση, είτε επειδή υπάρχει οικογενειακό ιστορικό δυσλεξίας είτε επειδή έχουν ειδική γλωσσική διαταραχή. Επιπλέον, σκοπεύουμε να συμπεριλάβουμε παιδιά προσχολικής ηλικίας με φυσιολογική ανάπτυξη.

Μετά τη συγκρότηση του δείγματος, θα γίνουν 5 επισκέψεις σε κάθε οικογένεια ανά 9 μήνες για να παρακολουθήσουμε την ανάπτυξη του παιδιού (από τα 3 ως τα 7 έτη). Αν υπάρχει συγκατάθεση, θα επιθυμούσαμε να αξιολογήσουμε και τους δύο γονείς στην πρώτη επίσκεψη, διότι ενδιαφερόμαστε να διερευνήσουμε τους κληρονομικούς παράγοντες που συνδέονται με τις γλωσσικές και αναγνωστικές δυσκολίες. Οι επισκέψεις θα περιλαμβάνουν αξιολογήσεις του παιδιού, συνεντεύξεις και συμπλήρωση ερωτηματολογίων από την οικογένεια.

Στην ηλικία των 6 ετών, 60 παιδιά από την ομάδα υψηλού κινδύνου που παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάγνωση με την ολοκλήρωση ενός έτους φοίτησης στο σχολείο, θα επιλεγούν για να γίνει παρέμβαση. Η παρέμβαση θα γίνεται στο χώρο του σχολείου, μαζί με δύο συμμαθητές από την ίδια τάξη. Με τυχαία κατανομή θα επιλεγούν παιδιά στα οποία θα γίνει παρέμβαση διάρκειας 10 ή 20 εβδομάδων. Θα παρακολουθούμε προσεκτικά την πρόοδο κάθε παιδιού και την ανταπόκρισή του στη θεραπεία. Θα παρέχουμε εκπαιδευτικές οδηγίες σε όλους τους συμμετέχοντες στο τέλος της μελέτης.

Πώς θα μπορούσε ο γονιός να βοηθήσει το παιδί του που παρουσιάζει μαθησιακές δυσκολίες;

Αυτό εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού. Στην προσχολική ηλικία, ο γονιός μπορεί να παρέχει στο παιδί γλωσσικά ερεθίσματα και εμπειρίες, να διαβάζει στο παιδί βιβλία, να του διδάσκει τους ήχους των γραμμάτων ή να παίζει παιχνίδια με ήχους.

Στη σχολική ηλικία μπορεί να ενισχύει τη δουλειά που γίνεται με τα φωνήματα και τη γλώσσα, να διαβάζει τακτικά μαζί με το παιδί βιβλία και παραμύθια, να προσπαθεί να κάνει το διάβασμα και το γράψιμο ευχάριστο μέσα από παιχνίδια και άλλες δραστηριότητες. Επίσης είναι σημαντικό να διατηρεί θετική και υποστηρικτική στάση, να ενθαρρύνει τα δυνατά σημεία και τα ιδιαίτερα ταλέντα του παιδιού.

Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι τα κριτήρια προκειμένου να αποφασιστεί ότι ένα πρόγραμμα παρέμβασης θα πρέπει να ολοκληρωθεί;

Πολύ συχνά η παρέμβαση τελειώνει όταν τελειώνει και η χρηματοδότηση!!! Πρόκειται πάντως για μια δύσκολη απόφαση. Στην ιδανική περίπτωση, η παρέμβαση ολοκληρώνεται όταν το παιδί φτάσει στο επίπεδο που αναμένεται με βάση την ηλικία του. Συχνά όμως, αυτό δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί και απαιτείται συνεχιζόμενη υποστήριξη. Οι ανάγκες του παιδιού διαφοροποιούνται χρόνο με το χρόνο.

Ολοκληρώνοντας αυτή τη συνέντευξη, ποιος τομέας θα λέγατε ότι έχει μελετηθεί λιγότερο;

Γνωρίζουμε πολύ λιγότερα για τα μαθηματικά σε σύγκριση με την ανάπτυξη της ανάγνωσης και την αντιμετώπιση των αναγνωστικών δυσκολιών.

Σας ευχαριστώ πολύ!