Συνέντευξη: Ιωάννης Τσιάντης

kidlab.gr_000137

Ο κύριος Ιωάννης Τσιάντης είναι ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος. Και εξηγούμαι: Χωρίς να κάνει κάτι ιδιαίτερο, επιβάλλει την παρουσία και τους όρους τους κι αναγκάζει το συνομιλητή του να «υπακούσει» στα στάνταρ του. Έτσι έκανε και στην παρακάτω συνέντευξη. Καθόρισε τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο αν και πρέπει να πω, πως όλα αυτά έγιναν κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη μου και τα συνειδητοποίησα εκ των υστέρων. Είχα τη δημοσιογραφική αποτυχία, να μην έχω το πάνω χέρι αλλά ταυτόχρονα τη χαρά ν’ ακούω ένα διακεκριμένο παιδοψυχίατρο να μιλάει για πράγματα ουσίας που αφορούν όλους όσους ασχολούνται με την ψυχική υγεία. Προσωπικές ερωτήσεις; Ούτε γι’ αστείο. 
Αναπληρωτής καθηγητής στο νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία», με εξαιρετικό συγγραφικό έργο και με μια ποικιλία δραστηριοτήτων, όπως οι οργανώσεις ομιλιών και συνεδρίων. Παρόλα αυτά έμεινα εντυπωσιασμένη απ’ την απλότητα και τη σοβαρότητά του, όπως κι απ’ τον τρόπο που χειρίζεται το λόγο, με άνεση αλλά και τρομερή ευχέρεια. Ο κ. Ιωάννης Τσιάντης μου έκανε τη μεγάλη τιμή ν’ ανανεώσει το ραντεβού μας κάπου σύντομα στο μέλλον. Περιμένω με ανυπομονησία. Προς το παρόν, στις σελίδες που ακολουθούν, είναι όλος δικός σας.

Κύριε Τσιάντη τι έχετε να προτείνετε για την ευαισθητοποίηση της κοινότητας; Είναι ακόμη ο παιδοψυχίατρος ένα ταμπού, υπάρχει αρκετή εξοικείωση ώστε οι γονείς ν’ απευθυνθούν γρήγορα και έγκαιρα;

Φαντάζομαι ότι το νόημα της ερώτησης είναι αν πάει κανείς εύκολα στον παιδοψυχίατρο, γεγονός που σχετίζεται με την προκατάληψη που υπάρχει ακόμη στον τόπο μας. Ωστόσο, είναι κάτι που εξαρτάται από το γονιό, το μορφωτικό του επίπεδο, την κουλτούρα του ή την περιοχή απ’ όπου προέρχεται. Γενικά πιστεύω ότι στην Ελλάδα υπάρχει αρκετή προκατάληψη για θέματα ψυχικής υγείας. Παρόλο που έχουν γίνει και συνεχίζονται μεγάλες προσπάθειες για ενημέρωση και ευαισθητοποίηση, χρειάζεται τόσο η πολιτεία όσο και οι ειδικοί της ψυχικής υγείας να εξακολουθήσουν την προσπάθεια πάνω σ’ αυτόν τον τομέα. Οι γονείς, όταν τους προτείνει κάποιος να πάνε στον παιδοψυχίατρο και συνήθως αυτοί που αναφέρονται είναι οι παιδίατροι και οι εκπαιδευτικοί, σε πρώτο επίπεδο μπορεί να το αντιμετωπίσουν με δυσπιστία ή καχυποψία και αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που το θέτει κανείς.
Έχει τύχει να έρθουν γονείς κατόπιν προτροπής του παιδιάτρου που ενώ έχουν πάει για τα κοιλιακά άλγη του παιδιού, ο γιατρός λέει πως «το παιδί δεν έχει τίποτα, πηγαίνετε να δείτε και έναν παιδοψυχίατρο». Αυτό είναι μια λάθος προσέγγιση γιατί έτσι ο γονιός έρχεται προετοιμασμένος ν’ ακούσει και από τον παιδοψυχίατρο πως το παιδί δεν έχει τίποτα. Εννοώ πως αν δεν υπάρχει οργανική βλάβη, συνεπάγεται πως δεν τίθεται πρόβλημα, αν και ξέρουμε πως στις ψυχοσωματικές διαταραχές πολύ συχνά, συγκρούσεις ψυχικές, συγκρούσεις στην οικογένεια, εκφράζονται μέσα από σωματικά συμπτώματα. Ένα λοιπόν ζήτημα είναι η προετοιμασία. Για παράδειγμα, αν ένας δάσκαλος πει στους γονείς να επισκεφθούν έναν παιδοψυχίατρο γιατί το παιδί έχει δυσκολίες στη μάθηση κι αυτό λέγεται ή φαίνεται να λέγεται με τρόπο τιμωρητικό, θα υπάρξει πάλι δυσκολία στη θετική απόφαση από την πλευρά τους. Όμως πρέπει να πω, πως από τότε που κάνω παιδοψυχιατρική στην Ελλάδα κι είναι περίπου τριάντα χρόνια, υπάρχει διαφορά, ο κόσμος είναι πιο έτοιμος να ζητήσει τη γνώμη από τον παιδοψυχίατρο όχι μόνο για θέματα που έχουν σχέση με την εκδήλωση συμπτωμάτων αλλά και για ζητήματα πρόληψης. Θ’ αναφέρω ένα παράδειγμα νέων γονιών που ζήτησαν τη γνώμη μου. Ενώ η μητέρα ήταν έγκυος και είχαν την εμπειρία ήδη ενός παιδιού, ήθελαν να τους συμβουλεύσω πώς θα ενημερώσουν το τρίχρονο παιδάκι τους για το αδερφάκι που έρχεται. Αυτό δείχνει μία στροφή στη στάση των γονιών. Πιστεύω επομένως ότι ο παιδοψυχίατρος δεν είναι το ταμπού που ήταν παλιά αλλά χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, έτσι ώστε η βοήθεια να είναι έγκαιρη και αποτελεσματική.

Θα θέλατε να μας πείτε την άποψή σας για τη χορήγηση φαρμάκων σε παιδιά και εφήβους;

Είναι πραγματικά πολύ σημαντικό θέμα, χρειάζεται να πω ότι προσωπικά είμαι επιφυλακτικός στη χορήγηση φαρμάκων. Πρέπει να ξεχωρίσω τα παιδιά απ’ τους εφήβους γιατί υπάρχει διαφορετική φάση ανάπτυξης. Το παιδί είναι ένας αναπτυσσόμενος οργανισμός, οι συνάψεις δεν έχουν ωριμάσει και ξέρουμε ότι τα φάρμακα δεν είναι αποτελεσματικά. Όμως κάποια φάρμακα είναι αναγκαίο να χορηγηθούν, όταν υπάρχουν ενδείξεις, ιδιαίτερα στην εφηβεία.
Τα τελευταία χρόνια γίνονται μεγάλες συζητήσεις γύρω από τη χορήγηση αντικαταθλιπτικών, στις Ηνωμένες Πολιτείες το FBA έχει δώσει έγκριση για χορήγηση σε παιδιά και κυρίως μία μορφή αντικαταθλιπτικών. Το ερώτημα είναι βέβαια από ποια ηλικία. Εκεί πάλι οι γνώμες διίστανται. Μερικοί λένε ότι μπορεί κανείς να δίνει φάρμακα από την ηλικία των πέντε ή έξι ετών και άλλοι πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο είναι πρώιμο. Εγώ έχω και μία άλλη άποψη, πως όταν ενθαρρύνουμε τη χορήγηση φαρμάκων στα παιδιά είναι σα να δίνουμε ένα «άλλοθι» στους γονείς για να μην τα φροντίσουν. Αφήνουν δηλαδή τη φροντίδα των παιδιών στο φάρμακο και μένουν ήσυχοι πως έτσι θ’ αντιμετωπιστούν τα συμπτώματα. Χρειάζεται να πω πως η διχογνωμία αυτή υπάρχει και στους επιστημονικούς κύκλους και ξέρω ότι πρόσφατα είχε γίνει κι ολόκληρη συζήτηση στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Επομένως, ναι, μπορεί να δοθεί φάρμακο όταν υπάρχουν απόλυτες ενδείξεις, ασφαλώς όμως δεν είναι αρκετό, πρέπει απαραίτητα να γίνει και ψυχολογική παρέμβαση, είτε στο ίδιο το παιδί είτε στους γονείς. Ακόμη πρέπει να μιλήσω για έναν ισχυρό φόβο των γονιών πως αν τα παιδιά συνηθίσουν από μικρά σε φάρμακα μήπως αργότερα περάσουν στη χρήση ουσιών. Κάποια φάρμακα όπως αυτά που χορηγούνται στη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής είναι αποτελεσματικά, αλλά απαιτείται σωστή διάγνωση, με τον κατάλληλο τρόπο και φυσικά είναι απαραίτητη η παιδοψυχιατρική διάγνωση.
Ένα ακόμη θέμα, είναι κατά πόσο μπορούν να χορηγούν φάρμακα οι παιδίατροι, στην Αμερική απ’ όσο γνωρίζω αυτό γίνεται, αλλά πρόκειται για ένα λεπτό ζήτημα που σηκώνει μεγάλη συζήτηση. Μπορεί κανείς να πει ότι με την κατάλληλη εμπειρία κι εκπαίδευση, ένας παιδίατρος μπορεί να δώσει ψυχοφάρμακα. Άποψή μου είναι πως και στον τόπο μας πρέπει να κουβεντιαστεί μεταξύ των επιστημονικών φορέων δηλαδή μεταξύ της Παιδοψυχιατρικής και της Παιδιατρικής Εταιρείας.

Όλγα Παπαδοπούλου