Συνέντευξη Ματθαίος Γιωσαφάτ

kidlab.gr_000119

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και το απρόβλεπτο στη ζωή μας, η αίσθηση της ανατροπής, τύχη και αναγκαιότητα, μία νέα χρονιά με τους στόχους να παραλλάσσουν, ν’ ανατρέπονται…
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Για πολλούς ο λόγος του πραγματικό Ευαγγέλιο. Ματθαίος Γιωσαφάτ. Για κάποιους άλλους παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παιδοψυχίατρους μιας γενιάς δασκάλων με ψυχοθεραπευτική εμπειρία και εκπαίδευση.

Ματθαίος Γιωσαφάτ: Ένας θεραπευτής που αστειεύεται στα σοβαρά

Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ εκτός από αναγνωρισμένος θεραπευτής είναι και πολύ έξυπνος άνθρωπος. Απλός, καυστικός μερικές φορές, μ’ έντονο το αίσθημα του χιούμορ, προσφέρει απλόχερα στο συνομιλητή του την απόλαυση μιας συζήτησης που ξεφεύγει από τις συνηθισμένες. Μιλά για όλους και για όλα, δίνοντας στοιχεία, συγκρίνοντας καταστάσεις, περιγράφοντας προσωπικές εμπειρίες χωρίς να διστάσει ν’ απομυθοποιήσει ακόμη και το χώρο της Ψυχικής Υγείας, ένα χώρο που γνωρίζει καλά. Τον συνάντησα στο γραφείο του, ένα μεσημέρι του καλοκαιριού κι εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο που χειρίζεται το λόγο, ένα λόγο χειμαρρώδη, έντιμο που είναι δύσκολο να μεταφερθεί στο χαρτί. Χάνει ένα τμήμα του αυθορμητισμού, του πηγαίου και γίνεται αναγκαστικά μια συνέντευξη που υποχωρεί στο ψυχρό και τυπικό. Ωστόσο, προσπάθησα να ξεπεράσω την ούτως ή άλλως προφανή δυσκολία κι ελπίζω στις σελίδες που ακολουθούν να μοιραστείτε μαζί μου την κουβέντα με το Ματθαίο Γιωσαφάτ που προσφέρει αφορμή για σκέψεις, προβληματισμούς, πιθανές λύσεις…
 – Ποια πιστεύετε ότι είναι σήμερα η μεγαλύτερη έλλειψη στην Παιδοψυχιατρική, όσον αφορά την εφαρμογή της στην Ελλάδα, συγκριτικά με το εξωτερικό;
Η Παιδοψυχιατρική έχει αναπτυχθεί τελευταία αρκετά στην Ελλάδα. Εγώ ήρθα στην Ελλάδα από την Αγγλία περίπου το 1980-82, ήμουν διευθυντής στο Νταού, έκανα αρκετά ψυχιατρικά κέντρα αλλά τότε όλα ήταν  πολύ πίσω. Αργότερα αποσύρθηκα λίγο από την Παιδοψυχιατρική, ο κύριος Τσιάντης έκανε τη μεγαλύτερη δουλειά, με τον οποίο σπουδάσαμε στο Λονδίνο μαζί, και τότε ίδρυσα την Παιδοψυχιατρική Εταιρεία κι ύστερα από λίγο η Παιδοψυχιατρική έγινε ανεξάρτητη ειδικότητα – πριν δεν υπήρχε. Από εκεί και πέρα αναπτύχθηκαν πολλά κέντρα και τώρα πια υπάρχει υπερπληθώρα κέντρων, σχεδόν έχουν καλυφθεί οι βασικές ανάγκες. Βέβαια έχουμε ανάγκη από παιδοψυχίατρους στα σχολεία, σε πολλά άλλα κέντρα που δεν υπάρχουν ακόμη, αλλά για μένα προσωπικά η κυριότερη ανάγκη είναι η δημιουργία κέντρων Οικογενειακής Ψυχιατρικής. Όχι πως απουσιάζουν εντελώς, αλλά στερούμαστε από κέντρα ψυχαναλυτικού τύπου. Λείπουν άνθρωποι εκπαιδευμένοι στην Οικογενειακή Θεραπεία. Η εταιρεία μας εδώ, η Ελληνική Εταιρεία Ομαδικής Ανάλυσης & Οικογενειακής Θεραπείας, εκπαιδεύει ψυχιάτρους, παιδοψυχίατρους και ψυχολόγους στην Ψυχαναλυτική Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία. Ιδρύθηκε το 1983 και επίσημα το 1985–86. Εγώ, ως παιδοψυχίατρος, πιστεύω πως τα προβλήματα είναι προβλήματα οικογένειας. Υπάρχουν μερικές αρρώστιες παιδικές (παιδοψυχιατρικές), σε πολύ μικρό όμως ποσοστό, 1-3%. Μιλάμε για οργανικές παθήσεις του εγκεφάλου, αυτισμό, σχιζοφρένεια κ.λ.π. Όσον αφορά τα υπόλοιπα, τα παιδιά αντιμετωπίζουν προβλήματα σε ένα ποσοστό 30-60%. Οι έρευνες έξω, για παράδειγμα στην Αγγλία, όπως οι έρευνες του Ράττερ, στο νησί Γκάιτ αλλά και στο Λονδίνο πριν χρόνια, ανακάλυψαν ότι τα παιδιά, (αφού μελέτησαν όλο τον πληθυσμό του νησιού) σ’ ένα 30% χρειάζονταν οπωσδήποτε κλινική επέμβαση. Στο Λονδίνο σε μια άλλη, πιο επιβαρημένη περιοχή, το ποσοστό έφθασε το 60%. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, τα προβλήματα είτε δημιουργούνται από τους γονείς, είτε οι γονείς συγκλίνουν σε σημαντικό βαθμό ή αν η οικογενειακή ατμόσφαιρα δεν είναι ικανοποιητική τα παιδιά δεν μπορούν να συνέλθουν ακόμη κι αν βρίσκονται σε ατομική θεραπεία.

Αυτή ασφαλώς είναι η δική μου θέση που ασπάζομαι την Οικογενειακή Θεραπεία. Παλιότερα τα πράγματα ήταν πιο αποσπασματικά, για παράδειγμα στέλναμε τον ένα γονιό να κάνει θεραπεία μ’ έναν ψυχολόγο και το παιδί να βλέπει κάποιον παιδοψυχίατρο. Δεν ωφελούσε. Απαιτούνται οικογενειακές θεραπείες που μπορούν να δουν το σύνολο των δυναμικών της οικογένειας, ένα παιδί παρουσιάζει συνήθως προβλήματα (μία από τις κύριες αιτίες) όταν ο γάμος δεν πάει καλά.

 – Υπάρχει βελτίωση στη στάση των γονιών; Πόσο εύκολα δέχονται μία διάγνωση και τις συνέπειες της; Έχει να κάνει αυτό με το οικονομικό, πολιτισμικό ή μορφωτικό τους επίπεδο; 
Στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλη βελτίωση από το 1980 και μετά αλλά ακόμη είναι πάρα πολύ πίσω πολλοί γονείς. Η στάση τους είναι πως καταλαβαίνουν ότι τα παιδιά έχουν πρόβλημα, όμως συνήθως τα φέρνουν σε ένα κέντρο ή σε έναν παιδοψυχίατρο με την απαίτηση αν το έφεραν την Δευτέρα, να το παραλάβουν έτοιμο και επισκευασμένο την Παρασκευή. Όταν τους εξηγώ ότι πρέπει να συμμετέχουν κι αυτοί, γιατί η οικογένεια έχει ένα πρόβλημα και οφείλουν να δουν τι συμβαίνει και το παιδί αντιδρά με διάφορα συμπτώματα, με διαταραχές της συμπεριφοράς, οι περισσότεροι δεν το δέχονται. Είναι συνηθισμένο επίσης πως όταν δεχτούν να έρθουν με το παιδί, δεν φέρνουν μαζί τους τα άλλα παιδιά. Εκείνα είναι τα «καλά» παιδιά που δεν θέλουν να τα μολύνουν με το «κακό» παιδί που είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της οικογένειας. Το παιδί αυτό θέλουν ως «άρρωστο», θέλουν να ξεπλύνουν την οικογένεια, οι υπόλοιποι είναι «υγιείς» και έτυχε αυτό να είναι μπερδεμένο ή ανώμαλο. Οπότε σήμερα το πάνε πιο εύκολα σε έναν παιδοψυχίατρο αλλά με την έννοια της «επισκευής» και όπως με τις υλικές επισκευές, το μέρος που «σπάει», που «χαλάει» είναι το πιο αδύνατο μέρος, έτσι κι αυτά τα παιδιά αποτελούν τον αδύνατο κρίκο της αλυσίδας. Η μητέρα ή ο πατέρας λοιπόν εστιάζουν σ’ ένα καλύτερο, πιο υπάκουο παιδί, με συνέπεια το πάσχον παιδί να δέχεται πιέσεις που άλλοτε τις εκδηλώνει στο σπίτι ή στο σχολείο, με μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς, δυσκολία επαφής με τα άλλα παιδιά. Στο σπίτι πάλι εκδηλώνει διαταραχές φαγητού, σφιγκτήρων ή δημιουργεί ορισμένες νευρώσεις. Κατάθλιψη, δυσκολία στον ύπνο, άγχη …

 – Υπάρχουν ψυχικές ασθένειες στα παιδιά και τους εφήβους που είναι απόρροια του σύγχρονου, «βιαστικού» κι απαιτητικού τρόπου ζωής; 
Αυτή είναι η αγαπημένη ερώτηση όλων των δημοσιογράφων. Εγώ ως ψυχαναλυτής και παιδοψυχίατρος δεν πιστεύω σ’ αυτά και το εξηγώ ως εξής: Τα προβλήματα των παιδιών δημιουργούνται στα δύο, τρία, πέντε χρόνια της ζωής. Η κοινωνία βέβαια επηρεάζει τους γονείς, τη μορφή της οικογένειας. Το παιδί προσαρμόζεται, ακόμη και σ’ ένα δύσκολο σχολείο και σε μία κακή σχετικά γειτονιά. Όλα αυτά επηρεάζουν αλλά πολύ λίγο. Ο τρόπος ζωής, το κοινωνικό περιβάλλον έχει το ρόλο του. Δημιουργεί εντάσεις, έλλειψη χρόνου για τα παιδιά, με συνέπεια οι γονείς να έχουν τύψεις και στην Ελλάδα ή τους στερούν ή τους προσφέρουν υλικά αγαθά θεωρώντας πως έτσι ξεπληρώνουν την οφειλή τους. Τα παιδιά όμως δεν χρειάζονται υλικά, κατά βάση χρειάζονται τη μητέρα και τον πατέρα τους. Είναι γεγονός πως οι Έλληνες είναι υπερβολικοί, για παράδειγμα έχουμε τα πιο παχύσαρκα παιδιά παγκοσμίως. Το κύριο όμως πρόβλημα όσον αφορά το μοντέρνο τρόπο ζωής, όσο κι αν αυτό είναι κάτι που αμφισβητείται είναι η απασχόληση των γυναικών. Παρόλο που είμαι υπέρ του φεμινισμού -και γνωρίζω ότι δεν αρέσει αυτό που λέω – ένα τεράστιο μέρος των προ- βλημάτων σε σχέση με τα παιδιά προέρχεται από εκεί. Και σε προσωπικό επίπεδο αν θέλετε – όποια προβλήματα παρουσίασε η κόρη μου και δε μιλάω για μεγάλα προβλήματα – οφείλονται στην έλλειψη της μητέρας της που εργαζόταν. Οι γυναίκες λοιπόν σήμερα αναγκάζονται να εργάζονται, έχουν γίνει η «Μαίρη Παναγιωταρά» κάθε σπιτιού. Τελικά η όλη κατάσταση αποβαίνει σε βάρος τους. Εργασία, σπίτι, παιδιά… Θέλω να τονίσω λοιπόν ως παιδοψυχίατρος, ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη από έναν δεσμό. Αυτό αφορά το σύνολο της ζωής τους. Η έλλειψη δεσμού μπορεί αργότερα να δημιουργήσει φοβίες, κατάθλιψη, δυσκολία σχέσεων δηλαδή με λίγα λόγια, αδυναμία να χαρούν τη ζωή, όσο γίνεται κάτι τέτοιο σήμερα.

Ο δεσμός δημιουργείται μεταξύ τεσσάρων έως δέκα μηνών. Εάν δεν δημιουργηθεί, τότε πάρα πολύ δύσκολα αναπτύσσουμε την ικανότητα να δενόμαστε και ν’ αγαπάμε. Γι’ αυτό εγώ και παλιότερα, σε όλες μου τις διαλέξεις, υποστηρίζω την άδεια ενός έτους για τη μητέρα. Τον βασικό πρώτο χρόνο. Στο δημόσιο αυτό ήδη γίνεται, στον ιδιωτικό όμως τομέα η άδεια δίνεται χωρίς αποδοχές. Για πολλές οικογένειες αυτό είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα. Κι όμως, το κράτος θ’ απέφευγε πολλά ζητήματα και οικονομικά βεβαίως εάν άφηνε την μητέρα να είναι ένα χρόνο με το παιδί της. Όταν ο δεσμός που λέμε δημιουργηθεί, το παιδί πραγματικά αντέχει τα πάντα. Παλιά οι μητέρες έπαιρναν δύο μήνες άδεια και στην κρίσιμη περίοδο επέστρεφαν στην δουλειά κι ερχόταν η Φιλιππινέζα που δεν μιλούσε καν τη γλώσσα του παιδιού. Μετά ερχόταν ίσως και η γιαγιά και μετά η μαμά, άρα το παιδί είχε τρεις διαφορετικές προσπελάσεις, με αποτέλεσμα μία φοβερή ανασφάλεια. Το παιδί τον πρώτο χρόνο θέλει επανάληψη, ρουτίνα. Θέλει τη μυρωδιά της μάνας του, τον τρόπο που το αγκαλιάζει, τον τρόπο που το φιλάει και το ταϊζει – ούτε ο πατέρας πρέπει ν’ ανακατευτεί πολύ τότε. Τον πρώτο χρόνο ο ρόλος του είναι να ενισχύει τη μητέρα. Το παιδί θέλει έναν να «κολλήσει». Έτσι συμβαίνει εξάλλου στη φύση με όλα τα θηλαστικά. Από το τέλος του πρώτου χρόνου ο πατέρας αρχίζει να παίζει σημαντικό ρόλο, αλλά ως τότε πρέπει να είναι η «μαμά» της μαμάς.

Όλγα Παπαδοπούλου