Η ώρα της μαμάς και του παιδιού

kidlab.gr_000214

Στον χώρο της σχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας κυκλοφορούν διάφορες ανησυχίες γύρω από τις συμπεριφορές των παιδιών. Αν ακούσεις τα “δεν” από τις μαμάδες, θα πιστέψεις ότι έχεις να κάνεις με βαριά ποινικούς κρατουμένους που οργάνωσαν και κατάφεραν τη μοιραία απόδραση από φυλακή υψίστης ασφαλείας.

“Δε θέλει να πάει στο σχολείο, δεν τρώει μόνος του, δεν πάει στο κρεβάτι της για ύπνο, δε συγυρίζει τα πράγματα του, δεν, δεν, δεν…”

Ας αρχίσουμε λοιπόν από τις αντικρουόμενες απαιτήσεις-μηνύματα υπερπροστατευτικών ή μη μαμάδων, ιδανικών σαμποτέρ γιαγιάδων, που εμποδίζουν την “απόδραση” από τους αρχικούς δεσμούς, εμποδίζουν το μεγάλωμα, ενώ ταυτόχρονα απαιτούν ως δια μαγείας υπακοή και πειθαρχία.

Στους χώρους αυτούς λοιπόν κυκλοφορεί η “μαγική συνταγή” που, με διαφοροποιήσεις, μπορεί να αποτελέσει ένα κοινό μπούσουλα για την οριοθέτηση και τη βοήθεια του παιδιού να οριοθετηθεί, να μην είναι ούτε μικρός, ούτε μεγάλος, αλλά απλά αυτός που είναι: ο μπόμπιρας των τριών-τεσσάρων ετών.

Η πρώτη και φυσικά απλούστερη απάντηση είναι ότι το παιδί σαφώς δε χρειάζεται τάισμα. Το παιχνίδι, το παραμύθι, η ζωγραφιά είναι το φαγητό της ηλικίας αυτής, και όχι το τρέιλερ από ταινία προσεχώς. Μπροστά ο μικρός, πίσω το κουτάλι, το πιάτο, και ακόμα πιο πίσω καταϊδρωμένη μια μαμά ή γιαγιά που εκλιπαρεί για μια κουταλιά φαγητού, όχι για την ίδια, αλλά για τον μικρό της δυνάστη. Σαφώς και μπορεί σε ένα παιδί να επιτραπεί να φάει όσο θέλει, να γευματίσει σε άλλη χρονική στιγμή από την υπόλοιπη οικογένεια, να επιλέξει όπως όλοι κάτι από το ψυγείο. Εννοείται ότι για να μπούμε σε αυτή τη διαδικασία, δεν υπάρχουν σοκολάτες κλπ, παρά μόνο το φαγητό και εναλλακτικές με ψωμί, τυρί και άλλα επιλεγμένα από τους γονείς.

Το μπιμπερό τορπιλίζει το μεγάλωμα, καθώς συντηρεί την έννοια του μωρού. Ίσως περισσότερη ενασχόληση, μια τρυφερή “τελετουργία” με παραμύθι ή παιχνίδι διευκολύνει τη μετάβαση στο ποτήρι. Είναι καλύτερο ακόμα να ορίζεται το μεγάλωμα συμβολικά, με κάποιο γεγονός, π.χ. τα γενέθλια του παιδιού, ή την αλλαγή του χρόνου, και με “τελετουργίες” να σηματοδοτείται η έναρξη του μεγαλώματος. Αυτή βασίζεται πάνω στη σταθερότητα των μηνυμάτων στο παιδί, αλλά και σε πιο πρακτικό επίπεδο στη σταθερή τήρηση δεδομένων ή υποσχέσεων.

Αρχίζει λοιπόν η συνταγή με τη μαγική ώρα του παιδιού και της μαμάς, του παιδιού και του μπαμπά. Ορίζουμε μια κατά τεκμήριο πρόσφορη ώρα, την ονομάζουμε “ώρα της μαμάς και του παιδιού, βάζουμε ένα αληθινό ρολόι δίπλα σε ένα χάρτινο που δείχνει την έναρξη της ώρας και κλείνουμε το καθημερινό “ραντεβού” μαμάς και παιδιού, χωρίς τηλέφωνα, πλυντήρια, χωρίς παρεμβολές. Στον αγαπημένο χώρο του παιδιού, παίζουμε, ζωγραφίζουμε, λέμε παραμύθια.

Οι ώρες με τον μπαμπά μπορούν να είναι της ίδιας ή μικρότερης συχνότητας, αν υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες., ενώ τα σαββατοκύριακα μπορούμε την ώρα αυτή να της προγραμματίζουμε κάνοντας εξόδους  ή αντρικές/γυναικείες δουλειές (ανάλογα με το φύλο του παιδιού, με τον αντίστοιχο γονέα, ενώ ουδέτερες με τον γονιό του αντίθετου φύλου).

Όλα αυτά φυσικά δε σημαίνουν ότι τις υπόλοιπες ώρες δε μιλάμε στο παιδί ή δεν ασχολούμαστε μαζί του, αλλά αυτό μπορεί να γίνεται παράλληλα με άλλες δουλειές. Μπορούμε ακόμα και να απαιτήσουμε να μας αφήσει για λίγο μόνους, να χαλαρώσουμε ή να ολοκληρώσουμε μια επαγγελματική ή άλλη δραστηριότητα.

Δίνοντας στο παιδί κάτι σταθερό, μπορούμε στη συνέχεια να απαιτήσουμε τη σταθερότητα στο φαγητό, τον ύπνο, την τηλεόραση ή ό,τι άλλο. Μπορεί το παιδί να διαλέξει μόνο του τα ρούχα (έστω και από κάποια ήδη επιλεγμένα για να μη βγει με κοντομάνικο τον χειμώνα). Φυσικά, το μήνυμα πρέπει να είναι ολοκληρωμένο. Η αίσθηση ότι το παιδί μεγαλώνει δεν πρέπει να σαμποτάρεται. Δεν είναι δυνατόν να είναι αρκετά μεγάλο ώστε να πηγαίνει στον παιδικό σταθμό, να τρώει μόνος του, και να του δίνουμε το μπιμπερό, ούτε να μη σεβόμαστε το βιολογικό του ρολόι και να το στέλνουμε πρόωρα για ύπνο. Μπορεί μάλιστα στη “συνταγή” να χρησιμοποιηθεί η παράταση του ωραρίου, ώστε να θεωρηθεί κατάκτηση του.

Κάπως έτσι η μαγική συνταγή μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο της.

Φυσικά δεν είναι πανάκεια, καθώς πολλά στοιχεία των γονιών μπορεί να είναι αδούλευτα, να απαιτείται συμβουλευτική από ειδικό σε θέματα υπερπροστασίας ή δυσκολιών αποχωρισμού. Εννοείται ότι η κοινή γραμμή συμπεριφοράς της οικογένειας δεν πρέπει να τορπιλίζεται, ενώ αν νιώθουμε ότι ο μικρός δυνάστης μας κάνει ό,τι θέλει και φαίνεται πιο ψηλός από εμάς, τότε πρέπει να δούμε πώς χτίστηκε αυτό το βάθρο που κάνει μεγαλύτερο το παιδί από τον ενήλικα, ποιες ενοχές, ποιες δικές μας δυσκολίες ή συμπεριφορές το έχουν ανεβάσει σε αυτό το βάθρο.

Γεώργιος Κοκκίνης