Λαϊκό παραμύθι και παιδί στο κατώφλι του κόσμου

kidlab.gr_000229

Το μικρό παιδί από τα τέσσερά του χρόνια μέχρι περίπου τα επτά ζει τη «μαγική στάση» της ζωής του. Είναι τότε που περνά τη φάση που έχει το άτομο επίγνωση για τον εαυτό του σαν φορέα σκέψης-νόησης  και συναισθημάτων, τότε το Εγώ ξεχωρίζει κι αρχίζει σιγά-σιγά να γίνεται διακριτό απ’ τα υπόλοιπα πρόσωπα και το φυσικό κόσμο. Μέχρι  εκείνη τη στιγμή ήταν μέσα στη συνείδησή του αδιαφοροποίητα το Εγώ κι ο εξωτερικός κόσμος, το υποκείμενο και το αντικείμενο ενώ κυριαρχούσε το φαινόμενο του ανιμισμού-παμψυχισμού όπου όλα τα στοιχεία είχαν ζωντανή έκφραση. Το Εγώ τώρα διαχωρίζεται από τον υπόλοιπο κόσμο που γίνεται αντικείμενο και στέκεται πια απέναντί του. Το παιδί για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον αντικείμενο κόσμο με τις αόρατες κι απειλητικές γι’ αυτό δυνάμεις και να μετριάσει τους φόβους του φαντασιώνει κι επινοεί «μαγικά τεχνάσματα». Φτιάχνει παραστάσεις με αντίστοιχη επιρροή και δημιουργεί φανταστικά πρόσωπα με ανάλογες δυνάμεις μυστηριώδεις και μαγικές για να εξιχνιάσει όσα ακατανόητα και παράξενα συμβαίνουν γύρω του. Όμως το ίδιο δεν έκανε κι ο πρωτόγονος άνθρωπος όταν προσπαθούσε εκείνα τα μακριά πρώτα χρόνια της ανθρωπότητας να βάλει το χάος της δημιουργίας σε τάξη για να μπορέσει να εξηγήσει αυτά που έβλεπε γύρω του  κάτω όμως από την αδυναμία μιας λογικής επεξεργασίας και την απουσία της ορθολογικής σκέψης; Μήπως δεν ήταν τότε που τα απέδιδε όλα στη μαγική δύναμη ανακουφιζόμενος από τα άγχη του και τους φόβους του ν’ αντιμετωπίσει τα φαινόμενα ενός κόσμου άγνωστου κι απειλητικού; Το παραμύθι και το μικρό παιδί βλέπουν με τα ίδια μάτια τον κόσμο.

Τα παραμύθια δημιουργούν μια ψευδαίσθηση λειτουργώντας με τρόπο αντιφατικό. Παρουσιαζόμενα όπως ο πραγματικός κόσμος δίνουν την εντύπωση ότι φαίνονται ισοδύναμα προς αυτόν εκφράζοντας μια άποψη ιδεατή κι εξιδανίκευσης. Το αδύνατο του πραγματικού κόσμου θεωρείται δυνατό στο παραμύθι αφού τα πρόσωπα της δράσης του καθώς κι οι σχέσεις, τα αντικείμενα κι όσα συμβαίνουν είναι τώρα «υπαρκτά». Οι εικόνες που δημιουργεί το παραμύθι επιτρέπουν στο παιδί να τις ενσωματώσει στα όνειρά του και του παρέχουν τη δυνατότητα να μεταμορφώνει τον πραγματικό χώρο και χρόνο δίνοντάς του με τον τρόπο αυτό την αίσθηση ότι έχει τη δύναμη της παρέμβασης. Καθώς ένα παραμύθι δε μπορεί- όπως κι ένα όνειρο- να υποστεί καθολική ερμηνεία, αφήνει κενά κι ασάφειες που δίνουν την ελευθερία στο παιδί για μια δευτερογενή επεξεργασία του λανθάνοντος περιεχομένου σύμφωνα με τη γνώμη του Φρόυντ.

  • Η κύρια πρόθεση του παραμυθιού είναι να ψυχαγωγήσει.

Η μεγάλη θεματικά ποικιλία των ιστοριών λειτουργεί ψυχοκινητικά.

  • Επιτελείται η έμμεση διδαχή  στο παιδί πολιτιστικών αξιών του τόπου του αλλά και λαών από όλον τον κόσμο.

«Λίγα είναι εκείνα που χαρακτηρίζουν την εσωτερική φύση, τη διανόηση και τα ήθη, τα συναισθήματα και την ιστορία ενός λαού τόσο καλά όσο τα παραμύθια του»

  • Καλλιεργεί ηθικά

Κάθε παραμύθι στηρίζεται σε μια κοινή-αποδεκτή απ’ όλους ηθική: Η πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό-το δίκαιο και το άδικο θα τελειώσει με νικητές τα πρώτα.

  • Δημιουργεί όρους για ισορροπία στο συναισθηματικό κόσμο του παιδιού.

Μέσα από τη λειτουργία της ταύτισης με τους ήρωες η εσωτερική     πραγματικότητα των παιδιών συνδέεται με τις ψυχικές ανάγκες τους, τις ανησυχίες, τους φόβους τους κι όλα αυτά εξισορροπούνται απ’ τη βεβαιότητα, το θάρρος, την αγωνιστικότητα, την αισιοδοξία και τη δράση που υπάρχει στα  πιο πολλά παραμύθια.

  • Κοινωνικοποιεί το παιδί και καλλιεργεί την πνευματική του ανάπτυξη

Το παραμύθι αντιγράφει και μεταφέρει ανθρώπινους χαρακτήρες μέσα από τη    ζωή στηρίζοντας και πλουτίζοντας την ελλιπή κοινωνική εμπειρία του παιδιού που ίσως τη χρειαστεί σαν θα μεγαλώσει.

Δημήτρης Β. Προύσαλης