Πώς αναπτύσσεται το συναίσθημα της ντροπής

kidlab.gr_000121

Σε όλη τη διάρκεια της ζωής, υπάρχουν αναπτυξιακά στάδια τα οποία καθορίζουν τι αναμένεται να καταφέρει ένα παιδί και αργότερα ένας ενήλικας προκειμένου να αισθανθεί υπερηφάνεια για τον εαυτό του και όχι ντροπή.

Για παράδειγμα, ο Nathanson (1992) υποδεικνύει το μέγεθος του σώματος σαν έναν από τους παράγοντες που καθορίζει τον τρόπο που ένα παιδί αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Το να έχει ένα παιδί επαρκώς ανάλογο μέγεθος με την ηλικία του προμηνύει οτι το παιδί αυτό είναι σε θέση να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στις απαιτήσεις της ηλικίας του. Η απόκτηση του ελέγχου των δεξιοτήτων που απαιτούνται για την ούρηση και την απέκκριση είναι υψίστης σημασίας καθώς χρονικά συμπίπτει με την περίοδο που το παιδί καταλαβαίνει οτι ο εαυτός του γίνεται «αντικείμενο» το οποίο οι σημαντικοί άλλοι αξιολογούν (Nathanson, 1992). Ωστόσο, ο Κaufman (1989), δίνει έμφαση όχι στα αναπτυξιακά επιτεύγματα του παιδιού αλλά στις σχέσεις του με τους γονείς. Υποστηρίζει ότι ακόμα και ένα βρέφος ηλικίας 4 έως 7 μηνών μπορεί να αισθανθεί ντροπή αν η μητέρα δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στο κλάμα του.

Ο  Pattison (2000) θεωρεί την ποιότητα του βλέμματος της μητέρας σαν ένα σημαντικό παράγοντα για την ανάπτυξη της σχέσης μητέρας-παιδιού. Μέσω του βλέμματος, αυτής της διαπροσωπικής γέφυρας, το παιδί έρχεται σε επαφή με τη διαθεσιμότητα της μητέρας και καταλαβαίνει ότι η μητέρα του είναι σε θέση να συντονιστεί με τα συναισθήματα του και τις ανάγκες του. Ως εκ τούτου, ο τρόπος με τον οποίο  οι γονείς και ιδιαίτερα η μητέρα εξωτερικεύουν τις πεποιθήσεις τους και τα συναισθήματα τους για τις πράξεις του παιδιού είναι υψίστης σημασίας καθώς ο ενδεχόμενος αρνητισμός μετατρέπεται σε πηγή ντροπής για το παιδί.

Η αίσθηση της περηφάνιας για τον εαυτό απορρέει από βιώματα κατά τα οποία το παιδί νιώθει αποδοχή και εκτίμηση από τους γονείς του. Ο Kaufman (1989) υπογραμμίζει ότι τα παιδιά εσωτερικεύουν την ντροπή όταν απειλείται ο δεσμός τους με τους γονείς τους. Τα αρνητικά σχόλια, οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου που έχουν σαν στόχο την αποδοκιμασία του παιδιού ή των πράξεων του έχουν τη δύναμη να πυροδοτήσουν συναισθήματα ντροπής για το παιδί. Επιπλέον, η ντροπή των γονέων για τη συμπεριφορά των παιδιών μπορεί να προβληθεί στα παιδιά με αποτέλεσμα τα παιδιά να εσωτερικεύσουν μια εικόνα για τον εαυτό τους για την οποία μαθαίνουν να ντρέπονται.

Κλείνοντας, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι είναι αναγκαίο οι γονείς να παρέχουν ευκαιρίες στο παιδί ώστε να αναδεικνύεται η ανεξαρτησία του κατά την ικανοποίηση των αναγκών του. Η περηφάνια για τον εαυτό αναδύεται όταν το περιβάλλον καλωσορίζει την ανεξαρτησία του παιδιού και όχι όταν την αντιμετωπίζει με θυμό ή φόβο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Kaufman, G. (1989). The Psychology of Shame: Theory and Treatment of Shame-Based Syndromes. London: Routledge.
Nathanson, D. L. (1992). Shame and Pride: Affect, Sex and the Birth of the Self. New York: WW Norton & Company.
Pattison, S. (2000). Shame: Theory, Therapy, Theology. Cambridge: Cambridge, university Press.

Βασιλική Γουργούλη