Το πένθος στα παιδιά

grief

 

« Θρήνος είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την αγάπη…»
PARKES

Η ευτυχία των παιδιών του είναι το κύριο μέλημα κάθε γονέα. Οι γονείς θέλουν να βλέπουν τα παιδιά τους να είναι χαρούμενα, να γελούν, να παίζουν και να μαθαίνουν. Ποιος θα ήθελε να μιλήσει σε ένα παιδί για το θάνατο; Η απάντηση είναι σίγουρα… κανείς. Παρ’ όλα αυτά, τα παιδιά έρχονται καθημερινά σε επαφή με το θάνατο (π.χ. νεκρά ζώα πεσμένα στο δρόμο, ανάγνωση στα παραμύθια, τηλεόραση, κ.α.). Μιας και ο θάνατος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, είναι μοιραίο να αγγίξει και τα παιδιά, τα οποία μέχρι κάποιο βαθμό το αντιλαμβάνονται αυτό.
Είναι διαδεδομένη η άποψη ότι το μικρό παιδί δεν θρηνεί και ότι το μεγαλύτερο παιδί απλώς θλίβεται όταν πεθαίνει ένα σημαντικό πρόσωπο. Επιπλέον, ο θρήνος των παιδιών δεν είναι τόσο βαθύς και οδυνηρός, όσο ο θρήνος των ενηλίκων και γρήγορα ξεπερνιέται. Η άποψη αυτή είναι ένας μύθος που εξυπηρετεί την ανάγκη μας να προστατεύσουμε το παιδί, αλλά και τους ίδιους μας τους εαυτούς (Παπαδάτου, 1999).
Στην πραγματικότητα, όλα τα παιδιά θρηνούν ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Ο θρήνος δεν είναι απλά μια κατάσταση, είναι μια δυναμική διεργασία μέσα από την οποία το παιδί αποδέχεται προοδευτικά την απώλεια, βιώνει τον πόνο που απορρέει από αυτή και σταδιακά μαθαίνει να ζει σε μια νέα πραγματικότητα από την οποία απουσιάζει το αγαπημένο του πρόσωπο. Βέβαια θα πρέπει να τονιστεί ότι απώλεια για ένα μικρό παιδί μπορεί να είναι και ο θάνατος ενός αγαπημένου ζώου, ο χωρισμός των γονιών του ή ακόμη η απώλεια του αγαπημένου του παιχνιδιού (Μεταλληνού, Παπάζογλου, Ράλλη, Νίλσεν, Παπαδάτου, 2004).
Όπως επισημάνθηκε πιο πάνω, ο θρήνος των παιδιών συνήθως παραγνωρίζεται. Αυτό οφείλεται στις διαφορές που υπάρχουν στο θρήνο των παιδιών και σ’ αυτόν των ενηλίκων, οι κυριότερες από τις οποίες είναι:

  • Τα παιδιά έχουν συνήθως ελλιπή πληροφόρηση γύρω από τα αίτια του θανάτου του αγαπημένου προσώπου και έτσι δεν μπορούν να επεξεργαστούν το γεγονός.
  • Τα παιδιά δεν αντέχουν για μεγάλο χρονικό διάστημα την έντονη φόρτιση που δημιουργούν τα οδυνηρά συναισθήματα, γι’ αυτό και θρηνούν με «δόσεις». Έτσι, τη μια στιγμή μπορεί να είναι θλιμμένα και την άλλη στιγμή να παίζουν και να γελούν.
  • Επειδή οι λεκτικές τους ικανότητες δεν είναι τόσο αναπτυγμένες, τα μικρά παιδιά σπάνια χρησιμοποιούν το λόγο για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Συνήθως, επιλέγουν να εκφραστούν μέσα από αλλαγές που εμφανίζουν στη συμπεριφορά τους (π.χ. στις συνήθειες του ύπνου και της διατροφής), καθώς και μέσα από τις ποικίλες ενασχολήσεις τους (όπως το παιχνίδι και η ζωγραφική) (Θάνου, Νικολακοπούλου, 2006).

Οι περισσότεροι ειδικοί θεωρούν ότι ο τρόπος που ένα άτομο αντιδρά στο θάνατο σχετίζεται με το πώς αντιλαμβάνεται την ίδια την έννοια του θανάτου. Η ικανότητα των παιδιών να αντιληφθούν την έννοια του θανάτου διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία τους.
Όπως έχουν δείξει έρευνες, τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία αντιλαμβάνονται την απουσία ενός σημαντικού προσώπου από το περιβάλλον τους. Κατά τον Bowlby (1980), ακόμα και τα βρέφη αντιδρούν στην απουσία αγαπημένων τους προσώπων.
Τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας, αν και αντιλαμβάνονται την απουσία ενός σημαντικού προσώπου από το περιβάλλον τους, δεν μπορούν ούτε να κατανοήσουν ούτε να νιώσουν το θάνατο σαν οριστικό αποχωρισμό από τη ζωή. Πιστεύουν ότι αυτός που πέθανε μπορεί να γυρίσει ή ότι εξακολουθεί να ζει, να σκέπτεται και να αισθάνεται εκεί που βρίσκεται. Δε συνειδητοποιούν ότι το σώμα του ανθρώπου που πέθανε δε λειτουργεί και νομίζουν ότι, αυτός που πέθανε, πονάει, κρυώνει, σκέφτεται, αισθάνεται. Επίσης, δεν μπορούν συχνά να διακρίνουν ποιες αιτίες μπορεί να προκαλέσουν το θάνατο και ποιες όχι. Έτσι , μπορεί να πιστέψουν ότι μια αταξία τους, μια «κακή» σκέψη ή κάποια κακή τους συμπεριφορά που θύμωσε ή λύπησε το συγκεκριμένο άνθρωπο ήταν αυτή που προκάλεσε το θάνατό του. Κυρίως δυσκολεύονται να κατανοήσουν τρία συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του, ότι δηλαδή ο θάνατος:

  • Ισχύει για όλους τους ανθρώπους.
  • Είναι αναπόφευκτος.
  • Είναι οριστικός.

Τα παιδιά σχολικής ηλικίας κατανοούν ότι ο θάνατος είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός, δεν πιστεύουν όμως ότι μπορεί να συμβεί στα ίδια ή στα οικεία τους πρόσωπα. Συγκεκριμένα, για τα παιδιά αυτής της ηλικίας ο θάνατος σημαίνει:

  • Αποχωρισμό. Οι νεκροί αποχωρίζονται τους γονείς και τους φίλους τους (6 ετών).
  • Ακινησία. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κινηθούν (6 ετών).
  • Μη αναστρεψιμότητα. Όποιος πεθαίνει, δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψει στη ζωή.
  • Αιτιότητα. Ο θάνατος οφείλεται σε κάποια σωματική αιτία.
  • Διακοπή λειτουργιών. Όταν ο άνθρωπος πεθαίνει, σταματά να αναπνέει, να μεγαλώνει, να βλέπει, να σκέφτεται, να νιώθει. Η καρδιά του δεν χτυπάει πια.
  • Καθολικότητα. Κάθε ζωντανός οργανισμός κάποια στιγμή πεθαίνει (7 ετών).
  • Απουσία αίσθησης. Οι πεθαμένοι δεν αισθάνονται τίποτα (8 ετών).

Η σκέψη τους είναι πλέον ικανή να αναγνωρίζει και να αποδέχεται αφηρημένες έννοιες. Έτσι σχηματίζουν σταδιακά μια ρεαλιστική αντίληψη για το θάνατο (Θάνου, Νικολακοπούλου, 2006).
Τέλος, οι έφηβοι συνειδητοποιούν ότι όλοι οι άνθρωποι, όπως και οι ίδιοι, είναι θνητοί. Επίσης, είναι σε θέση να δώσουν μεταφυσικές και συμβολικές ερμηνείες στο θάνατο.
Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι εκτός από την ηλικία, σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της έννοιας του θανάτου παίζουν η νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, η προσωπικότητά του, το περιβάλλον όπου ζει, καθώς και οι προσωπικές του εμπειρίες σε σχέση με το θάνατο (Bowlby, 1980). Όλα τα παραπάνω καθορίζουν και τις εκδηλώσεις θρήνου σε κάθε παιδί. Μερικές από τις πιο συνηθισμένες εκδηλώσεις θρήνου στα παιδιά είναι οι ακόλουθες:

  • Θλίψη, κλάμα.
  • Θυμός που μπορεί να στραφεί εναντίον του Θεού, του άλλου γονιού (σε περίπτωση θανάτου του ενός γονέα) ή ακόμα και εναντίον του προσώπου που πέθανε.
  • Κλάμα (πολλές φορές για ασήμαντο λόγο) και ξεσπάσματα θυμού, έντονη επιθετικότητα απέναντι σε συμμαθητές και φίλους που συχνά δεν τη συνδέουμε με το πένθος ή δεν την αναγνωρίζουμε ως απόλυτα φυσιολογική εκδήλωση πένθους.
  • Ανασφάλεια για το μέλλον και φόβος μήπως πεθάνουν και άλλα αγαπημένα πρόσωπα.
  • Ζήλια και αίσθημα μειονεξίας επειδή διαφέρουν από τα άλλα παιδιά.
  • Επίμονη αναζήτηση του ατόμου που πέθανε και συνεχείς σκέψεις γύρω απ’ αυτό και τις συνθήκες θανάτου του.
  • Ενοχές για το θάνατο του αγαπημένου προσώπου.
  • Φόβοι, π.χ. φόβος αποχωρισμού από αγαπημένα πρόσωπα, φόβος για το σκοτάδι.
  • Εκδήλωση συμπεριφορών προηγούμενων σταδίων ανάπτυξης, π.χ. πιπίλα, ενούρηση, εξάρτηση από ενήλικες.
  • Αλλαγές στη συμπεριφορά, π.χ. εσωστρέφεια, απομόνωση, επιθετικότητα, ριψοκίνδυνες συμπεριφορές.
  • Μείωση της σχολικής απόδοσης, προβλήματα συγκέντρωσης.
  • Αλλαγές στις συνήθειες ύπνου και διατροφής.
  • Σωματικές ενοχλήσεις, π.χ. πονοκέφαλοι, στομαχικές διαταραχές, αναπνευστικά προβλήματα, έξαρση αλλεργιών.(Μεταλληνού, Παπάζογλου, Ράλλη, Νίλσεν, Παπαδάτου, 2004).

Όπως αναφέρει ο Worden (1996), κάθε παιδί θρηνεί με το δικό του τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σωστοί ή λανθασμένοι τρόποι θρήνου. Ο θρήνος περιλαμβάνει ορισμένες διεργασίες τις οποίες καλείται το παιδί να ολοκληρώσει προκειμένου να προσαρμοστεί στην απώλεια. Στις διεργασίες αυτές το παιδί έχει έναν ενεργό ρόλο και το περιβάλλον μπορεί να διευκολύνει την ολοκλήρωσή τους.
Η πρώτη διεργασία είναι να κατανοήσει και να συνειδητοποιήσει την απώλεια του αγαπημένου προσώπου. Εδώ παίζει μεγάλο ρόλο η πληροφόρηση που παίρνει το παιδί από το περιβάλλον του για το συμβάν της απώλειας, αλλά και το εξελικτικό του στάδιο. Έχει ανάγκη να μάθει πώς συνέβη και γιατί συνέβη, καθώς και τις επιπτώσεις που θα έχει αυτός ο θάνατος στη ζωή του (π.χ. πώς θα αλλάξει η καθημερινή ζωή της οικογένειας, αν θα πρέπει να αλλάξει σπίτι ή σχολείο κ.α.).
Η δεύτερη διεργασία θρήνου, μετά την αποδοχή της απώλειας, είναι να βιώσει τον πόνο που προκαλείται από αυτή την απώλεια και να μπορέσει να εκφράσει τα έντονα και ανάμικτα συναισθήματα και τις σκέψεις του (αισθήματα αγάπης και μαζί αισθήματα θυμού για την απώλεια). Πρόκειται για μια πολύ επίπονη περίοδο κατά την οποία το παιδί πρέπει να επεξεργαστεί και να αντέξει τα οδυνηρά συναισθήματα αποδέσμευσής του από το χαμένο πρόσωπο.
Η τρίτη διεργασία θρήνου σχετίζεται με την προσαρμογή στην πραγματικότητα από την οποία απουσιάζει το αγαπημένο πρόσωπο. Με την απουσία ενός σημαντικού ατόμου, η ζωή και η καθημερινότητα κάθε οικογένειας ανατρέπεται. Κατά την πορεία του θρήνου του το παιδί προσπαθεί να προσαρμοστεί σε όλες τις αλλαγές που συμβαίνουν.
Η τέταρτη διεργασία θρήνου αφορά την αναδόμηση της σχέσης με το πρόσωπο που πέθανε. Αυτό σημαίνει ότι το παιδί μέσα από την πορεία του θρήνου του διαμορφώνει μια εσωτερική ψυχική σύνδεση με το αγαπημένο πρόσωπο η οποία διατηρείται ως συνεχιζόμενος δεσμός στη ζωή του. Μέσα από αυτή τη διεργασία –που είναι και η πιο δύσκολη- το παιδί διατηρεί την αίσθηση της «ζωντανής κληρονομιάς» που του άφησε αυτή η σχέση, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να συνεχίσει να ζει, να εξελίσσεται, να διαμορφώνει νέες σχέσεις και να επενδύει στο μέλλον (Μεταλληνού, Παπάζογλου, Ράλλη, Νίλσεν, Παπαδάτου, 2004).
Ο θρήνος των παιδιών δεν είναι μια διεργασία με καθορισμένο χρονικό τέλος. Όταν το παιδί έχει χάσει ένα σημαντικό για τη ζωή του πρόσωπο, ο θρήνος του αναβιώνει στα διάφορα στάδια της εξέλιξής του.

ΠΩΣ ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΘΡΗΝΕΙ

Είναι σημαντικό λοιπόν να στηρίξουμε το παιδί στην προσπάθειά του να επεξεργαστεί την απώλεια. Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί να υπομείνει τον πόνο;

  • Δεν αποκρύπτουμε το γεγονός. Η απόκρυψη της πραγματικότητας ή η παροχή ψεύτικων πληροφοριών, η ωραιοποίηση του θανάτου, αντί να προστατεύει τα παιδιά, τους δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα. Προσπαθώντας να τα ξεγελάσουμε γινόμαστε όλο και λιγότερο αξιόπιστοι στα μάτια τους, γεγονός που οδηγεί στον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ μας.
  • Ενημερώνουμε το παιδί έγκαιρα, αξιόπιστα και με απλά λόγια για να κατανοήσει ακριβώς τι συνέβη στο αγαπημένο του πρόσωπο και γιατί. Είναι καλύτερα να χρησιμοποιήσουμε απλότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια αναφέροντας το γεγονός με τη λέξη «πέθανε» και στη συνέχεια εξηγούμε με ξεκάθαρο τρόπο ότι ο θάνατος είναι μια μόνιμη και ανέκκλητη κατάσταση. Λέμε δηλαδή ότι, όταν πεθάνει κάποιος, το σώμα του χάνει την ικανότητά του να τρώει, να κοιμάται και να αναπνέει και παύει εντελώς να λειτουργεί. Αποφεύγουμε διφορούμενες εκφράσεις ή ασαφείς και μεταφορικές φράσεις, όπως «έφυγε», «χάθηκε», «τον πήρε ο Θεός» ή «κοιμήθηκε» γιατί μπορεί να μπερδέψουν τα μικρότερα παιδιά τα οποία έχουν την τάση να κατανοούν αυτό που λέμε με κυριολεκτικό τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να θυμώσουν με τον κακό Θεό που πήρε τον άνθρωπο που αγαπούσαν, είτε να νομίσουν ότι πραγματικά έφυγε και θα ξαναγυρίσει, είτε ακόμα να μπερδέψουν τον ύπνο με το θάνατο και να φοβούνται να κοιμηθούν (Grollman,1990).
  • Ακούμε προσεκτικά και δίνουμε απαντήσεις σ’ αυτό που μας ρωτά. Δε δίνουμε περισσότερες πληροφορίες γύρω από το θάνατο από όσες χρειάζεται το παιδί τη συγκεκριμένη στιγμή, αφού δεν είναι σε θέση να αφομοιώσει πολλές πληροφορίες ταυτόχρονα. Επαναλαμβάνουμε τις πληροφορίες, όταν μας ξαναρωτήσει, και δίνουμε σταθερά τις ίδιες απαντήσεις, καθώς με αυτόν τον τρόπο καλλιεργείτε αίσθημα εμπιστοσύνης στο παιδί.
  • Πληροφορούμε το παιδί για το τι θα συμβεί από εδώ και πέρα. Τα παιδιά ανησυχούν για το μέλλον τους. Ενημερώνουμε για τις συνήθειες που θα παραμείνουν σταθερές αλλά και για τις αλλαγές που πρόκειται να συμβούν στη ζωή της οικογένειας για να αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια.
  • Βοηθούμε το παιδί να χειριστεί άμεσα τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του. Είναι σημαντικό να νιώθει ελεύθερο να εκφράσει αυτό που αισθάνεται και να καταλάβει τα έντονα και ποικίλα συναισθήματα που βιώνει εξαιτίας της απώλειας (π.χ. βαθιά θλίψη, οργή ή απόγνωση και, καμιά φορά, μια αίσθηση απέραντης αδικίας). Τον ίδιο σεβασμό δείχνουμε ακόμα και όταν το παιδί επιλέγει να μη μιλήσει για την απώλεια.
  • Δείχνουμε κατανόηση και αποδοχή και τονίζουμε ότι όσα αισθάνεται είναι φυσιολογικά, ακόμα και αν πολλές φορές είναι οδυνηρά και μπερδεμένα.
  • Μοιραζόμαστε μαζί του και τα δικά μας συναισθήματα και σκέψεις. Δε διστάζουμε να κλάψουμε μαζί με το παιδί, αν το νιώθουμε, γιατί με αυτό τον τρόπο δείχνουμε ότι και οι ενήλικες νιώθουν παρόμοια συναισθήματα, αναγνωρίζουν και αποδέχονται το δικό τους πόνο.
  • Ενισχύουμε την προσπάθειά του να διατηρήσει ζωντανή την ανάμνηση του προσώπου που πέθανε. Ενθαρρύνουμε το παιδί να μιλά για το άτομο που πέθανε και το βοηθάμε όταν μοιραζόμαστε τις αναμνήσεις μας που μπορεί να είναι καλές ή άσχημες, όπως συμβαίνει σε όλες τις σχέσεις. Αυτό μπορεί να γίνει και με απλούς τρόπους, όπως να φτιάξουμε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες, να κρατήσουμε ένα αντικείμενο που το θυμίζει ή να φυτέψουμε ένα φυτό στη μνήμη του.
  • Επιτρέπουμε στο παιδί να συμμετέχει σε οικογενειακές εκδηλώσεις πένθους, εφόσον το επιθυμεί. Η συμμετοχή του παιδιού στις εκδηλώσεις πένθους, όπως η κηδεία, το μνημόσυνο, η επίσκεψη στο νεκροταφείο, δεν το τραυματίζει, αν του εξηγηθεί με απλό τρόπο τι είναι η κηδεία ή το μνημόσυνο, και τι ακριβώς θα συμβεί στη διάρκεια της τελετής.
  • Διατηρούμε τη σταθερότητα της οικογενειακής ζωής. Αποφεύγουμε οποιαδήποτε άμεση αλλαγή σχολείου ή σπιτιού, καθώς δημιουργεί μία αίσθηση ασυνέχειας στη ζωή του παιδιού και προκαλεί νέες απώλειες τις οποίες καλείται να αντιμετωπίσει. Δεν του αποδίδουμε ρόλους που δεν αρμόζουν για την ηλικία του (π.χ. «τώρα εσύ είσαι ο άντρας του σπιτιού» ή «αν ζούσε ο πατέρας σου, θα ήθελε να κάνεις…»). Επιτρέπουμε στο παιδί να διατηρήσει την παιδικότητά του. Παράλληλα, διατηρούμε τους κανόνες πειθαρχίας και συμπεριφοράς που ίσχυαν στην οικογένεια πριν το θάνατο ενός μέλους της.
  • Ενθαρρύνουμε το παιδί να συνεχίσει τη ζωή του. Παροτρύνουμε το παιδί να παίζει, να συμμετέχει σε δραστηριότητες που του αρέσουν και να περνά χρόνο με τους φίλους του. Του επιτρέπουμε να συμμετέχει σε κοινωνικές και σχολικές εκδηλώσεις, γιορτές, εκδρομές, όσο πρόσφατος και αν είναι ο θάνατος. Με άλλα λόγια, του μαθαίνουμε ότι στη ζωή χωρούν και οι χαρούμενες και οι θλιβερές στιγμές. Έτσι, το διευκολύνουμε να ξαναβρεί ένα φυσιολογικό ρυθμό ζωής, χωρίς να αισθάνεται ότι προδίδει αυτόν που πέθανε.
  • Παρέχουμε υποστήριξη σε συνεχή βάση.

ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΘΡΗΝΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Ο θρήνος είναι μια φυσιολογική ψυχική διεργασία και ξεπερνιέται με το πέρασμα του χρόνου. Είναι αμφίβολο, αν οι διεργασίες του θρήνου μπορούν να συντομευθούν (Τσιάντης, Ξυπολυτά-Ζαχαριάδη, 2001). Η διαδικασία του θρήνου μπορεί να διαρκέσει ένα χρόνο ή και παραπάνω. Τα περισσότερα παιδιά τον ξεπερνούν σχετικά καλά, με κάποιες περιόδους φυσιολογικής συμπεριφοράς και ενίοτε κάποια ξεσπάσματα θλίψης. Ωστόσο, ορισμένα παιδιά συναντούν μεγάλη δυσκολία στο να ξεπεράσουν τη θλίψη τους (Kroen, 2007). Μερικές ανησυχητικές εκδηλώσεις θρήνου είναι:

  • Η παρατεταμένη απουσία οποιασδήποτε εκδήλωσης θρήνου
  • Η παρατεταμένη αποχή από το παιχνίδι και από τις σχέσεις με τους συνομηλίκους
  • Οι επίμονες κατηγορίες του παιδιού που απευθύνονται προς τον εαυτό του ή άλλους τους οποίους θεωρεί υπεύθυνους για το θάνατο
  • Η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (ναρκωτικά, ροπή για ατυχήματα) και οι σκέψεις αυτοκτονίας
  • Η πλήρης ταύτιση με το άτομο που πέθανε και η συστηματική προσπάθεια του παιδιού να καλύψει το κενό που δημιούργησε ο θάνατος στην οικογένεια
  • Οι παρατεταμένες διαταραχές στη διατροφή ή/και στον ύπνο (βουλιμία, επαναλαμβανόμενοι εφιάλτες)
  • Οι έντονες και παρατεταμένες σωματικές ενοχλήσεις ή συμπτώματα παρόμοια με αυτά που παρουσίαζε στο παρελθόν το άτομο που πέθανε
  • Αξιοσημείωτη μεταβολή της σχολικής επίδοσης ή φτωχή απόδοση παρά την προσπάθεια
  • Σοβαρά προβλήματα στη σχέση με τους συμμαθητές και τους δασκάλους (Worden, 1996).

Αν παρατηρηθούν τέτοιες συμπεριφορές ή διαθέσεις στα παιδιά, ίσως να υποδηλώνουν κατάθλιψη ή αθεράπευτη θλίψη, οπότε οφείλουμε να τους εξασφαλίσουμε την κατάλληλη ψυχολογική βοήθεια με την παρέμβαση ειδικού.
Τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα όταν αντιμετωπίζουν εμπειρίες απώλειας ή θανάτου αγαπημένου προσώπου. Εκτός από τη στήριξη του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, είναι σημαντικός και ο ρόλος του σχολείου και των εκπαιδευτικών που είναι κοντά τους, ώστε να είναι έτοιμοι να τα στηρίξουν και να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους. Γι’ αυτό χρειάζεται οι εκπαιδευτικοί να έχουν την κατάλληλη εκπαίδευση και να γνωρίζουν τις συνέπειες του θρήνου, ώστε να μπορούν να αναγνωρίσουν την προβληματική συμπεριφορά ενός μαθητή που απορρέει από την απώλεια. Με αυτό τον τρόπο το σχολείο θα γίνει μέρος της λύσης του προβλήματος και όχι η αιτία επιδείνωσής του (Νίλσεν, Παπαδάτου, 1998).
Όταν η οικογένεια και το σχολείο συνεργάζονται με στόχο την καλύτερη υποστήριξη ενός παιδιού που θρηνεί, τότε διαμορφώνονται οι καλύτερες δυνατές συνθήκες έτσι ώστε το παιδί να εξελιχθεί και να αναπτυχθεί φυσιολογικά παρά τις οδυνηρές αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή του (Μεταλληνού, Παπάζογλου, Ράλλη, Νίλσεν, Παπαδάτου, 2004).

Άννα Σοφία, Κλινική Ψυχολόγος

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bowlby, J. (1980), Attachment and Loss, Vol. 3, London: The Hogarth Press and the Institute of Psychoanalysis.
Θάνου, Α.Γ., Νικολακοπούλου, Α. (2006), Αντίο, μικρέ μου φίλε – Αντιμετωπίζοντας τα συναισθήματα της θλίψης, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Grollman, E.A. (1990), Talking about death: A dialogue between parent and child , (3rd ed.), Boston: Beacon Press.
Kroen, W.C. (2007), Πως θα βοηθήσετε τα παιδιά να αντιμετωπίσουν έναν θάνατο, εκδ. Φυτράκη Α.Ε.
Μεταλληνού, Ο., Παπάζογλου, Ε., Ράλλη, Ε., Νίλσεν, Μ. & Παπαδάτου, Δ. (2004), Στήριξη του παιδιού μετά το θάνατο αγαπημένου του προσώπου, στο Μ. Ζαφειροπούλου & Γ. Κλεφταράς (επιμ.), Εφαρμοσμένη κλινική ψυχολογία του παιδιού (σ. 435-444), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Νίλσεν, Μ., Παπαδάτου, Δ. (1998), Το πένθος στη ζωή μας, Αθήνα: Μέριμνα.
Παπαδάτου, Δ. (1999), Το παιδί μπροστά στην αρρώστια και στο θάνατο, στο Μ. Νίλσεν & Δ. Παπαδάτου (επιμ.), Όταν η αρρώστια και ο θάνατος αγγίζουν τη σχολική ζωή (σ. 15-25), Αθήνα: Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Β’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.
Τσιάντης, Γ. (2004), Ψυχική υγεία του παιδιού και της οικογένειας, Αθήνα: Καστανιώτης.
Worden, J.W. (1996), Children and grief: When a parent dies, New York: Guilford Press.