Με λένε Εύα

kidlab.gr_000095

Είμαι πέντε χρόνων, μου αρέσουν τα καλσόν, ο μπαμπάς και θυμώνω όταν οι μεγάλοι μου βάζουν δύσκολα.

Η μαμά μου δεν ξέρει ότι θυμώνω ούτε ότι φοβάμαι. Εγώ δεν της το λέω γιατί φοβάται περισσότερο.

Η δασκάλα μου φοβάται. Αλλά ακόμα κι η κ. Διευθύντρια φοβάται. Δεν ξέρω γιατί όλοι αυτοί φοβούνται.

Εγώ φοβάμαι ένα καινούργιο δύσκολο. Η μαμά μου κλαίει γιατί το φοβάται περισσότερο. Αυτό το δύσκολο είναι τα κρεατάκια. Άμα έχεις αυτό το δύσκολο δεν μπορείς να μυρίζεις, το βράδυ ροχαλίζεις κι η μαμά σε τυλίγει με κασκόλ.

Αυτό το δύσκολο το έχεις στη μύτη σου. Όταν γίνει πολύ δύσκολο σε πάνε στο γιατρό. Αυτός βάζει ένα χωνί στη μύτη κι ένα ξύλο στο στόμα. Αυτός ο γιατρός είναι αστείος γιατί φορά μια λάμπα στο κεφάλι του.

Εγώ έχω περάσει κι άλλα δύσκολα όπως να κοιμάμαι μόνη μου.

Αυτό ήταν δύσκολο σαν τα κρεατάκια και για τη μαμά και για μένα.

Τότε βέβαια δεν υπήρχε ο γιατρός με τη λάμπα αλλά ένας άλλος που έκανε το μωρό και μας έβαζε να ζωγραφίσουμε.

Η μαμά με πηγαίνει σε τρελούς γιατρούς. Ο ένας κυκλοφορεί με μια λάμπα στο κεφάλι, ό άλλος κάνει το μωρό κι άλλες χαζομάρες.

Εμένα μου αρέσουν οι χαζομάρες.

Αλλά τώρα αυτό το καινούργιο δύσκολο είναι που ο τρελός με τη λάμπα θέλει να μου κάνει εγχείρηση. Η μαμά πριν βάλει τα κλάματα κρυφά, πήγε σε πολλούς τρελούς με λάμπες στο κεφάλι και συζήτησε με αυτόν που κάνει το μωρό. Εγώ κατάλαβα ότι τα κρεατάκια κι η εγχείρηση είναι πολύ δύσκολα. Πρώτα λέει έρχεται ένας που σου δίνει ένα σύννεφο με αέρα ύπνου. Τότε κοιμάσαι. Αυτό είναι κακό γιατί δεν γελάς με τον τρελό με τη λάμπα. Τότε σε πάνε σε ένα μέρος που όλοι φοράνε πράσινα.  Ο μπαμπάς μου συγχύζεται με το πράσινο χρώμα. Στο σπίτι εμείς όλα κόκκινα τα βλέπουμε. Ίσως είμαστε Ολυμπιακοί. Η μαμά δεν συγχύζεται. Ιδρώνει και λέει χαζομάρες. Νομίζω ότι θέλει να φορέσει κι αυτοί πράσινα. Μετά αυτοί οι περίεργοι σε βάζουν σε ένα κρεβάτι με ρόδες, σε πάνε σα να κάνουν αγώνες πιο κρεβάτι θα φτάσει πρώτο σε ένα δωμάτιο.

Αυτό άκουσα ότι είναι αστείο. Πρώτα τρέχουν οι πράσινοι, μετά το κρεβάτι και μετά οι μαμάδες. Όποιο παιδάκι με το κρεβάτι φτάσει πρώτο συναντά τον τρελό με τη λάμπα. Αυτός έχει ντυθεί πράσινα, η πόρτα κλείνει, η μαμά κλαίει, ενώ οι άλλες μαμάδες περιμένουν τη σειρά τους να κλάψουν. Ο τρελός σου κόβει με ένα εργαλείο σα μαχαίρι τα κρεατάκια, αυτό το δύσκολο που σας έλεγα και μετά παθαίνει μια από τις γνωστές τρέλες του. Σου γεμίζει τη μύτη με κάτι άσπρα, στη φουσκώνει, σε ξυπνάει και σε δίνει σε τούτους που κάνουνε ράλι με τα κρεβάτια.

Αυτό όλο λέγεται εγχείρηση.

Μόλις βγαίνεις από το δωμάτιο, έχει περάσει ο αέρας ύπνου, βλέπεις τη μαμά σου χωρίς κραγιόν, με κάτι μουτζούρες στα μούτρα να αγκαλιάζει. Η αλήθεια είναι ότι πονά λίγο, κι ο τρελός σου έχει βάλει ένα καλώδιο που ρίχνει νερό από ένα μπουκάλι στο χέρι. Η καινούργια τρέλα κρατά ευτυχώς λίγο γιατί μετά έρχεται ξανά ο τρελός στο δωμάτιο, όπου ο μπαμπάς έχει φέρει πολλούς κούκλους και τον Πινόκιο, βγάζει αυτό το μπουκάλι με το καλώδιο χωρίς να φορά πράσινα. Μπορεί να φοράει κανονικά ρούχα ή την άσπρη αγαπημένη του μπλούζα. Χτυπάει κάτι σίδερα στα αφτιά μου που κάνουν ντιν – ντίν, μου λέει «μπράβο, είσαι γενναίο παιδί», η μαμά του λέει «ευχαριστώ γιατρέ μου», κι εγώ τον ρωτάω που είναι η λάμπα.

Γεώργιος Κοκκίνης