Με λένε Θέκλα

kidlab.gr_000131

Με λένε Θέκλα. Σήμερα πέθανε ο παππούς μου. Το ξέρουν όλοι εκτός από μένα, Πιστεύουν ότι είμαι μικρή για να το ξέρω και μικρότερη για να το μάθω. Με λένε Θέκλα. Ο παππούς έμενε δίπλα μας μέχρι που πήγε στο νοσοκομείο. Τότε η μαμά έκλαιγε. Ο μπαμπάς τη χάιδευε. Αυτό ίσως βοηθούσε τη μαμά, αλλά καθόλου τον παππού. Εμένα μου είπαν ότι είναι καλά, αλλά άκουγα για κάτι κακό που είχε στα πνευμόνια του.

Μια μέρα που τον είδα προσπάθησα να βρω το κακό. Ο παππούς βαριανάσαινε, έτρωγε λίγο, μιλούσε αργά, αλλά το κακό κρυβόταν γιατί δεν το βρήκα. Η γιαγιά γελούσε και μετά έκλαιγε κρυφά. Εγώ ξέρω από κρυφά, γιατί κρυβόμουν στο ντουλάπι κάτω από την κουζίνα, Ο παππούς έμενε στο κρεβάτι για να γίνει καλά. Εγώ το βράδυ παρακαλούσα να γίνει καλά και υποσχόμουν να χαρίσω όλες τις καραμέλες και τη Barbie στην Κατερίνα που δεν χωνεύω.

Αυτό κράτησε λίγο. Η μαμά έπαιρνε άδειες. Ο μπαμπάς αγόρασε κινητό που βούιζε, ενώ ξέρω ότι το μισούσε.

Μέχρι την Πέμπτη που ήρθε η θεία Αλεξάνδρα. Αυτό είναι κακό μήνυμα. Η θεία Αλεξάνδρα δουλεύει στο Υπουργείο. Δουλεύει λίγο και ίσως μας λέει ψέματα, γιατί απ’ ό,τι ξέρω το Υπουργείο έχει πολλές δουλειές. Η θεία Αλεξάνδρα δεν έρχεται ποτέ για καλό. Η μαμά και ο μπαμπάς φύγανε. Η θεία Αλεξάνδρα μαγειρεύει στη μεγάλη χύτρα, θαρρείς κι έχουμε επισκέπτες. Η θεία Αλεξάνδρα δε θέλει να μας λείψει τίποτα, αλλά δεν νομίζω πως θα μπορούσα να φάω σαν ολόκληρος Παιδικός Σταθμός. Σε λίγο ήρθε ο Άκης της θείας Κατερίνας και τα δίδυμα της θείας Γιώτας της στριμμένης. Όλοι είπαν ότι οι γονείς έφυγαν με τα κινητά, ενώ η Στέλλα η ψυχοκόρη πήγε στις βιτρίνες να βρει -ο Άκης το είπε- όμορφα μαύρα ρούχα. Η Στέλλα αγαπούσε τα μαύρα κολάν, τα μαύρα καπέλα, αλλά ποτέ δεν έβγαινε με την άδεια της θείας Γιώτας. Το βράδυ γύρισαν όλοι. Πήραν τον Άκη και τα δίδυμα, ντυμένοι στα μαύρα. “Ο παππούς;”, ρώτησα. “Είναι άρρωστος” μου είπαν, και τα μάτια τους ήταν πρησμένα όπως όταν η μαμά ξεχνάει τα φάρμακα για την πίεση και το σάκχαρο.

Με λένε Θέκλα. Ήθελα να πάρω τα φάρμακα της μαμάς γιατί το πρόσωπο μου πρήστηκε. Μόνο που κανείς δεν το έβλεπε. Ούτε η θεία Αλεξάνδρα. Ο παππούς πέθανε. Αυτοί φοβούνται να μην το πω. Εγώ φοβάμαι να τους ρωτήσω, μήπως και πρηστούν παραπάνω. Με λένε Θέκλα, βλέπω τηλεόραση και ξέρω για τα μοντέλα που φοράνε μαύρα φορέματα. Οι θείες δεν είναι μοντέλα. Εγώ δεν είμαι χαζή. Μονάχα λυπημένη γιατί ήθελα να  χαιρετίσω τον παππού μου. Με το κακό που έκρυβε. Να χαϊδέψω τη γιαγιά χωρίς να κρύβομαι στο ντουλάπι. Μα λένε Θέκλα. Ξέρω πως αυτοί που πεθαίνουν, τους πάνε πολλοί μαζί κάπου που έχει μάρμαρα και τους κρύβουν. Ίσως για να μην τους δουν τα παιδιά. Ίσως για να μην τους ταλαιπωρούν οι φωνές τους. Με λένε Θέκλα και δεν πρόλαβα να πω στον παππού μου πως έμαθα να δένω τα κορδόνια μου, να κάνω ποδήλατο, να γράφω το όνομα μου και το δικό του. Τα δίδυμα και ο Άκης είναι μικρά. Δεν τους είπα τίποτα για να μην τους στεναχωρήσω. Ούτε στους γονείς μου. Μονάχα που άλλαξα το βράδυ την προσευχή. Δεν έταξα παιχνίδια και καραμέλες στην Κατερίνα γιατί ο παππούς πέθανε. Μόνο που σκέφτηκα να βρω που είναι να του πάω τα καινούρια μου κορδόνια, να τα δέσω φιόγκο, να του γράψω μια κάρτα με το όνομα μου. Δεν ξέρω τι γίνεται σε αυτό το μαρμάρινο σπίτι του αλλά εγώ θα του μιλάω ψιθυριστά, κι αυτός θα με ακούει, θα βλέπει ή τίποτα από αυτά. Μετά θα μετρήσω μέχρι το 20 και θα κρατήσω τη φωτογραφία στην τραμπάλα. Με λένε Θέκλα., αγαπάω τον παππού, αλλά η μαμά τον αγαπούσε περισσότερο, γι’ αυτό λέει ψέματα. Εγώ ξέρω. Ο διευθυντής δε δίνει εύκολα άδεια, ούτε η μαμά μοιάζει με τα μοντέλα που φοράνε μαύρα σαν τη Στέλλα.

Με λένε Θέκλα. Αύριο ελπίζω η δασκάλα μου να μην τρομάξει όταν δει τη μαμά μου να έχει άδεια.

Γεώργιος Κοκκίνης