Το μικρό ελεφαντάκι και το δάσος της πλαστελίνης

Sunburst in deep dark Jungle

 

Την εξερεύνηση το δάσους της πλαστελίνης το μικρό ελεφαντάκι μας άρχιζε. Βούλιαζε τις πατούσες του στο χώμα, τύλιγε τ’ αυτιά του στα μαλακά κλωνάρια των δέντρων. Οι κορμοί των δέντρων έπαιρναν διάφορα σχήματα καθώς ο βιαστικός μικρός μας φίλος έπαιρνε απρόσεκτα τις στροφές.

Ήταν ένα δάσος που τα βήματα σημάδευαν τους κορμούς. Καθετί μπορούσε να αλλάξει σχήμα με μια απλή πίεση. Όλα μπορούσαν να μεγαλώσουν και να μικρύνουν. Τα χρώματα μπορούσαν να ανακατευτούν. Το μικρό ελεφαντάκι έπαιζε με τον ήλιο, άλλοτε προσθέτοντας και άλλοτε αφαιρώντας κίτρινα, κόκκινα, πορτοκαλί κομμάτια πλαστελίνης. Έφτιαχνε τις σκιές, με σκούρο πράσινο μεγάλωνε τις φυλλωσιές. Ανακάτευε το γαλάζιο τ’ ουρανού με το άσπρο απ’ τα σύννεφα. Ένα τεράστιο ουράνιο τόξο από πλαστελίνη ήταν για το ελεφαντάκι μας η αφετηρία για όλα του τα σχέδια. Άλλοτε έβαζε, άλλοτε έβγαζε κομμάτια πλαστελίνης για να στολίσει ένα τοπίο ή να ξεγελάσει κάποιο ζώο.

Ο φίλος μας έπλεκε το τραγούδι της ζούγκλας τραβώντας με την προβοσκίδα μια τη φωνή του λιονταριού και μια το τιτίβισμα ενός πουλιού. Το δάσος της πρόσθεσης, της αφαίρεσης, των χρωμάτων, των ήχων, άλλαζε συνεχώς μορφή.

Το ελεφαντάκι νόμιζε πως η ησυχία, το μυστήριο, ακόμα κι αυτές οι φωνές οι κρυμμένες στο πηγάδι έδειχναν τη λύπη του δάσους.

-Τίποτα απ’ όλα αυτά δε μοιάζει σ’ εμένα, ψιθύρισε μέσα στο καθρέφτισμα του νερού όταν τα τεράστια μάτια του είδανε την προβοσκίδα του. Μ’ αυτήν αγκάλιαζε, μ’ αυτήν έπαιζε, μ’ αυτήν συντριβάνια από νερό έφτιαχνε.

-Ίσως αν είχαν προβοσκίδα ν’ ανάσαιναν, να ’παιζαν, ν’ αγκάλιαζαν.

Νόμιζε πως όλα γύρω του θα ήταν χαρούμενα με τον ίδιο τρόπο. Πίστευε πως θα μπορούσε να ζωντανέψει το δάσος αν όλα γύρω του αποκτούσαν προβοσκίδα.

Δεν έχασε καιρό. άρχισε να φτιάχνει στα δέντρα, στα βουνά προβοσκίδες από πλαστελίνη. Η προβοσκίδα τ’ ουρανού, για να μπορεί να παίζει, τραγούδησε καθώς τραβούσε τη γκρίζα πλαστελίνη ενός σύννεφου. Η προβοσκίδα του δέντρου, καφετιά, λεπτή, θα τυλιχτεί πάνω στη γέρικη κουφάλα για να διώχνει τα έντομα, σκέφτηκε ο μικρός μας φίλος.

Σε λίγο, προβοσκίδες από πλαστελίνη γέμισαν το δάσος. Το ελεφαντάκι πίστευε πως θα ήταν χρήσιμες, όπως σ’ αυτόν. Ήρθε η σειρά των ζώων και των πουλιών ν’ αποκτήσουν προβοσκίδα.  Στο διάβα του συνάντησε το γοργοξόφτερο. Μια μεγάλη κιτρινόμαυρη προβοσκίδα διπλώθηκε κάτω από τα φτερά του. Τα κουνέλια, οι χιμπαντζήδες απέκτησαν άσπρες και καφετιές προβοσκίδες από πλαστελίνη.

Το μικρό ελεφαντάκι, χαρούμενο, έτρεξε στην κορυφή του βουνού. Ανοίγοντας ένα ηφαίστειο με τα πόδια του τίναξε την προβοσκίδα του δίνοντας το σύνθημα για το δάσος της πλαστελίνης να ζωντανέψει.

Η φωνή του, ζεστή, παιδιάστικη, γεμάτη χαρά ακούστηκε παντού. Τα χρώματα, ο ήλιος, τα σύννεφα, άρχισαν να ζωντανεύουν. Η ζεστασιά γέμισε τις φυλλωσιές, ο ήλιος κρέμασε τεράστιες λαμπερές προβοσκίδες φωτίζοντας το δάσος κι ο άνεμος ξεφυσούσε χαιρετώντας τα κλαδιά των δέντρων. Συντριβάνια με βρόχινο νερό ξεπήδησαν. Οι γκριζωπές μουσούδες από τα σύννεφα πότιζαν τη γη.

Αλλά και κάτω από τα δέντρα αγκαλιάζονταν με τις προβοσκίδες τους και μπλέκοντας τα κλαδιά τους, άπλωναν τις ρίζες τους.

Το μικρό ελεφαντάκι μπερδεύτηκε, κάτι περίεργο γινόταν. Τα κουνέλια δεν μπορούσαν να καθίσουν στα πόδια τους, ούτε ν’ αρχίσουν το γνώριμο τρεχαλητό τους. Η προβοσκίδα τους, μακριά και βαριά τους εμπόδιζε. Ο γοργοξόφτερος χτυπούσε απελπισμένα τα φτερά του. Ήταν αδύνατο να πετάξει. Οι χιμπατζήδες έπαψαν να είναι οι καλύτεροι στο σκαρφάλωμα.

Αναποδιές όμως συνέβαιναν και στα δέντρα. Είχαν μπλεχτεί τόσο πολύ οι προβοσκίδες τους που γέρναν το ένα πάνω στο άλλο, ενώ κάποιες από αυτές αρπάζαν απ’ το λαιμό τα ζώα που κούρνιαζαν στις φωλιές τους.

Το ελεφαντάκι αυτή τη φορά έβγαλε μια λυπημένη φωνή. Το δάσος της πλαστελίνης, το δάσος της πρόσθεσης και της αφαίρεσης ταρακουνήθηκε συθέμελα. Οι προβοσκίδες μίκρυναν και έγιναν στα δέντρα ρόζοι. Ο ήλιος απέκτησε πάλι τις ακτίνες του και το φεγγάρι κρατήρες. Τα κουνέλια φουντωτές ουρές κι ο γοργοξόφτερος ένα μεγάλο ράμφος που το βοηθούσε να βρίσκει την τροφή του.

Το μικρό ελεφαντάκι κατάλαβε πως μπορεί να μιλήσει, να παίξει, να γελάσει χωρίς τα άλλα ζώα, τα φυτά, ο ήλιος, τα βουνά να είναι ίδια μ’ αυτόν. Μπορούν να έχουν το δικό τους σώμα, τις δικές τους φωνές. Η φωνή της ζούγκλας ακούστηκε σαν μήνυμα απ’ άκρη σ’ άκρη. Το μικρό ελεφαντάκι δεν ήταν πια μόνο. Το δάσος της πλαστελίνης πήρε ζωή, χρώματα και ήχο. Ο φίλος μας τύλιξε την προβοσκίδα του τινάζοντας ένα συντριβάνι νερού στο κορμί του, δίνοντας με το δικό του τρόπο απάντηση στη χαρά των ζώων και των πουλιών του δάσους.

Γεώργιος Κοκκίνης, παιδοψυχίατρος