Το μικρό ελεφαντάκι

elephants

 

Στη γκρίζα χώρα των ελεφάντων, στα βάθη της ζούγκλας, στη χώρα των πανύψηλων πυκνόφυλλων δέντρων, γεννήθηκε το πιο μικρό ελεφαντάκι που είχε γεννηθεί ποτέ. Ακολουθούσε το ταξίδι της φυλής του, χωμένο ανάμεσα στα τεράστια γκρίζα σώματα των μεγαλυτέρων του, ανάμεσα στις προβοσκίδες που φτάναν στο έδαφος, ανάμεσα στη βοή των βηματισμών του κοπαδιού. Δυστυχισμένο γιατί το σώμα του ήταν τεράστιο, τα βήματά του τρανταχτά, η φωνή του απαίσια, το χρώμα του γκρίζο, το δέρμα του τραχύ, ακολουθούσε την αγέλη σ’ όλο το ταξίδι της ζούγκλας.

Μια μέρα, σε μια από τις εξερευνήσεις του, τα μεγαλύτερα ελεφαντάκια αντιλήφθηκαν την απουσία του. Ανήσυχα, κουνούσαν πέρα δώθε τις προβοσκίδες τους, ξεσήκωσαν τον τόπο τρέχοντας πάνω κάτω. Τα ίχνη του μικρού ήταν άφαντα. Αποκαμωμένα κάθισαν σ’ ένα ξέφωτο με την περίεργη φωνή τους ν’ αντηχεί σ’ ολόκληρη τη ζούγκλα: “ου ου ου”.

Ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα, μια ηλιαχτίδα πέρασε για να χαϊδέψει τα γκρίζα τους κορμιά, να τυλιχτεί γύρω από το χοντρό λαιμό τους, να παιχνιδίσει με τις προβοσκίδες. Όταν όλα τα ελεφαντάκια, από τα πιο γέρικα μέχρι τα πιο μικρά τύλιξαν την προβοσκίδα γύρω από την ηλιαχτίδα, ένας ήχος γνώριμος, παιδικός, γέμισε χαρά το κοπάδι. Η ηλιαχτίδα ήταν το μικρό ελεφαντάκι που απαντούσε με την ψιλή φωνούλα του στο λυπημένο κάλεσμα της αγέλης. Ξαλαφρωμένοι, συνέχισαν το ταξίδι της ζούγκλας, μέχρι που διψασμένοι σταμάτησαν σε ένα ρυάκι να δροσιστούν. Κάτω από τις φυλλωσιές τίναζαν νερό με τις προβοσκίδες το ένα στο άλλο. Η φωνή της αγέλης αντήχησε ξανά σ’ όλη τη ζούγκλα: “Ου-ου, ου-ου, ου-ου, ου-ου”.

Στο άκουσμά της, μια τεράστια σταγόνα από τα συντριβάνια που έκαναν με τις προβοσκίδες τους, έμεινε στο κέντρο της αγέλης, ψηλά στον αέρα. Τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω στην κρυστάλλινη σταγόνα. Μέσα απ’ αυτήν, καθένα αντίκριζε ένα ουράνιο τόξο να ξεχύνεται, γεμίζοντας με τα χρώματά τους όλη τη ζούγκλα. Τα ουράνια τόξα ξεπρόβαλαν από την τεράστια σφαίρα, ξαπλώνονταν στα γκρίζα κορμιά ανάμεσα στα μεγάλα αυτιά, ενώ η γνωστή ψιλή φωνούλα ακούστηκε χαρούμενα σαν αντίλαλος: “ου-ου, ου-ου”.

Ξέγνοιαστο το κοπάδι, ξεκούραστο συνέχισε το ταξίδι μέχρι το βράδυ. Το ποδοβολητό ξεσήκωσε τη ζούγκλα μέχρι να βγει για τα καλά το φεγγάρι. Κουρασμένα τα ελεφαντάκια ξάπλωσαν ανάσκελα, σκεπασμένα από την κουβερτούλα του ξάστερου ουρανού.  Λίγο πριν κλείσουν τα μάτια τους, ένα αστέρι έπεσε ανάμεσά τους. Τα νυσταγμένα ελεφαντάκια κάναν όλα μια ευχή, κλείσαν τα τεράστια ματόκλαδα, αφήνοντας να τους ξεφύγει το τελευταίο χασμουρητό. Δεν πρόλαβαν να κλείσουν καλά καλά το στόμα τους και η γνωστή ψιλή φωνούλα τα έκανε να σηκώσουν τα τεράστια ματόκλαδά τους. Το μικρό ελεφαντάκι έτρεχε ανάμεσά τους. Ξεφυσούσε με την προβοσκίδα τους ένα σιντριβάνι από αστέρια, ξεφώνιζε με τη φωνούλα του ένα νανούρισμα για το κουρασμένο κοπάδι. Ένα νανούρισμα ελαφρύ σαν όνειρο, φωτεινό σαν αστέρι, ζεστό σαν ηλιαχτίδα, παιχνιδιάρικο σαν ουράνιο τόξο. Το μικρό ελεφαντάκι σκεπάστηκε με τ’ αστεράκια του, αποκοιμήθηκε τελευταίο στο κέντρο της αγέλης, με το κεφαλάκι του χωμένο σ’ ένα καινούριο όνειρο.

Γεώργιος Κοκκίνης